Δεν γνώριζα ότι ο Βρετανός σκηνοθέτης Μάικ Λι («Μυστικά και ψέματα», «Topsy Turvy», «Βέρα Ντρέικ») είναι Εβραίος. Δεν είχε μιλήσει ποτέ ανοιχτά γι' αυτό. Ωσπου τον περασμένο Σεπτέμβριο «άνοιξε» η αυλαία του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας για το «Δυο χιλιάδες χρόνια» και το πολυπληθές κοινό ανακάλυψε ότι ο αγαπημένος του σκηνοθέτης αναμετράται με την «εβραϊκότητά» του.
Δώδεκα χρόνια είχε να γράψει θέατρο ο Λι. Κι όταν ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Νίκολας Χάιτνερ τον προσέγγισε και του ζήτησε έργο, «το ένστικτό μου με οδήγησε. Ο,τι κι αν επέλεγα, κατάλαβα ότι θα έβαζα ανθρώπους να συζητάνε για πολιτική. Το Εθνικό είναι ο καταλληλότερος χώρος για τέτοια ζητήματα...» δηλώνει σήμερα ο σκηνοθέτης απαντώντας στην ερώτηση της Εβραίας δημοσιογράφου του «Γκάρντιαν» «γιατί τώρα, κύριε Λι;».
«Η εβραϊκή απάντηση θα ήταν "γιατί όχι"», λέει με χιούμορ. Ωστόσο, η νέα «ανθρωπολογική μελέτη», όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει το θεατρικό του, δεν έχει καμία διαφορά από τα προηγούμενα έργα του, θεατρικά και κινηματογραφικά. «Είναι ανακριβές να θεωρήσει κάποιος ότι είναι το πρώτο εβραϊκό μου έργο. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις κανένα έργο μου και να ισχυριστείς ότι δεν είναι εβραϊκός ο τρόπος που αντιμετωπίζω τη ζωή και όλες τις κωμικοτραγικές πλευρές της».
Πράγματι. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεώρησαν ότι τα προηγούμενα θεατρικά του έργα, οι «Τέσσερις μέρες του Ιούλη», που διαδραματίζεται στο Μπέλφαστ, αλλά και η «Ελληνική τραγωδία» για την ελληνική κοινότητα της Αυστραλίας είναι «μεταμφιεσμένα» εβραϊκά έργα.
Η αστεία, λυπημένη, μερικές φορές τρελή, σύγχρονη εβραϊκή οικογένεια του θεατρικού έργου, αν και διαμένει στο βόρειο Λονδίνο, μοιραία θυμίζει τα νεανικά χρόνια του Λι στο Μάντσεστερ. Οι γονείς του συναντήθηκαν το 1936 σε μια σοσιαλιστική σιωνιστική ομάδα νέων στο Μάντσεστερ. Οι δύο αδελφές της μητέρας του σύντομα μετακόμισαν στο Ισραήλ. Και οι γονείς του το σκέφτηκαν σοβαρά πολλές φορές, αλλά παντρεύτηκαν στις αρχές του πολέμου. «Το σπίτι μας ήταν πάρα πολύ εβραϊκό. Οι παπούδες μου ήταν μετανάστες, μιλούσαν Γίντις, κάποιοι μακρινοί συγγενείς μάλιστα ήταν ορθόδοξοι Εβραίοι»...
Θυμάται έντονα το κύμα αντισιωνισμού που ξέσπασε στη Βόρεια Αγγλία όταν ο Στρατός της Σιών απήγαγε και σκότωσε δύο Βρετανούς αξιωματικούς στην Παλαιστίνη. Ομως, όπως όλοι οι Εβραίοι έφηβοι, το καλοκαίρι του 1960 πήγε στο Ισραήλ και κάθησε κι όλο τον επόμενο χρόνο σε κιμπούτς. «Συζητούσαμε επίμονα πως μπορούμε να είμαστε καλλιτέχνες σε κιμπούτς. Ουσιαστικά αντιμετωπίζαμε την προσωπική μας αδιαμόρφωτη ακόμη πάλη για το πού ανήκουμε... Η αλήθεια είναι ότι ήμασταν Ευρωπαίοι, και συγκεκριμένα Βρετανοί καλλιτέχνες...».
Οταν αργότερα πέρασε στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών στο Λονδίνο, συνειδητά πια απέκρυψε την εβραϊκή του ταυτότητα. Ηθελε να αποφύγει τη στερεότυπη κατηγοριοποίηση. «Στην Αμερική, όπου όλοι προέρχονται από κάπου αλλού, είναι διαφορετικά», υποστηρίζει, «στη Βρετανία πρέπει να υποκριθείς ότι από πάντα ανήκες εδώ...».
Βεβαίως «ποτέ δεν σταματάς να είσαι Εβραίος», τονίζει. «Μόλις αρνήθηκα την εβραϊκή μου ύπαρξη, ένα σωρό πράγματα μπήκαν στη ζωή μου: γαστρονομικές εμμονές, αδηφάγες αναγνώσεις των Σολ Μπέλοου και Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ...».
Επέστρεψε ξανά στο Ισραήλ το 1991, όταν η πρώην γυναίκα του, ηθοποιός Αλισον Στέντμαν, δέχτηκε πρόσκληση από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Ιερουσαλήμ. Περπάτησε στην παλιά πόλη για πρώτη φορά. «Δεν έχω ξαναπάει έκτοτε και τίποτε δεν με παρακινεί να ξαναπάω...». (Το έργο παίζεται στη σκηνή Lyttleton έως τις 30 Μαΐου.)