|
Φύλλο Κυριακής 19 - 10 - 2008
|
|
Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.
Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.
ΠΑΡΑΔΟΞΑ
Περί εμφυλίου πολέμου
Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ
Αν μιλάμε για συγγραφείς, ας το υπογραμμίσω επί τη ευκαιρία, το μυστικό προκειμένου να εξασφαλίσει κανείς μιαν υγιεινή ζωή είναι η λήψη μέτρων αεροστεγούς μόνωσης απέναντι στις εκπομπές ρύπων του φιλολογικού κουτσομπολιού που μαστίζει τη μικρή μας πόλη. Μολονότι αυτό το τελευταίο δικαιούται, ενδεχομένως, κάποιου ενδιαφέροντος, στην καλύτερη περίπτωση χιουμοριστικού, στη χειρότερη ψυχιατρικού, οι παρενέργειες είναι σοβαρές και αξίζει να θυμόμαστε πόσο εύκολα μπορεί να δηλητηριαστεί η χαρά της αυτοσυγκέντρωσης. Χάνεται έτσι το σθένος για τις απαραίτητες, σιωπηλές περιηγήσεις του συγγραφέα στους νοηματικούς δαιδάλους του έργου του. Αν αγαπάς την ενδόμυχη ακρόαση των ρευμάτων της έμπνευσής σου, το τηλέφωνο πρέπει να χρησιμεύει μόνον για να συμφωνηθεί το ραντεβού με τον οδοντίατρο.
Στη Μεταπολίτευση είχαμε όλοι τον αέρα αγνού επαρχιώτη και παίζαμε αμέριμνοι τη φλογέρα μας στα κατώφλια των εκδοτών για να μαζέψουμε καμιά δεκάρα. Αλησμόνητη εποχή. Επειτα, από τις αρχές τις δεκαετίας του '90 ίσαμε σήμερα, και για χίλιους δύο περίπλοκους λόγους, ήταν τόσες και τόσες οι λογοτεχνικές φλογέρες που άρχισαν να φαλτσάρουν, ώστε έπρεπε πάση θυσία να βρεθεί μια εξήγηση γι' αυτό το συλλογικό ξεκούρδισμα. Η αλήθεια ήταν ότι πολλοί από μας εγκαταλείψαμε από δειλία ή χάριν ευκολίας τη στάση εκείνη που μας επέβαλλε να διατηρούμε ενδελεχώς τη λογοτεχνία σε θέση αντικειμένου πένθους, δηλαδή να συνειδητοποιούμε τι ήταν εκείνο που άλλαζε στο βάθος της εποχής. Πάψαμε να αισθανόμαστε την έλλειψη των βεβαιοτήτων που εξανεμίζονταν μπροστά στα μάτια μας και δεθήκαμε στο άρμα μιας κεκτημένης ταχύτητας, απ' όπου αιμοδοτούνταν άλλωστε και οι θεσμοί της λογοτεχνικής γραφειοκρατίας, με τη σχολαστική τήρηση της επετηρίδας και την αρχαιοπρεπή τους επιμονή στο να αντιδιαστέλλουν την ποίηση προς την πεζογραφία, όπως στις στήλες της «Διάπλασης των Παίδων». Αντ' αυτού, οι περισσότεροι πιστέψαμε ότι η αλλαγή αφορούσε αποκλειστικά την έκδοση καινούριων περιοδικών, εξίσου συντηρητικών με τα προηγούμενα, εννοείται, ή τη σύνθεση της επιτροπής Κρατικών Βραβείων ή το πηγαιν'έλα στα συνέδρια, στην Ευρώπη. Ομως η αλλαγή είχε κάτι το εξουθενωτικό και η περιγραφή της με τους έως τότε γνωστούς όρους ήταν απλώς παρηγοριά και βαυκαλισμός.
Η ένταση αυτού του σοκ που αποφύγαμε να υποστούμε, παρακάμπτοντάς το, ενίσχυσε την αμηχανία και παρέσυρε αρκετούς στο να υιοθετήσουν την ιδέα της παλινόρθωσης μιας γειτονιάς με γιασεμιά και με τα συνήθη συναισθηματικά και εμπορικά πάρε δώσε, που θα πρόσφερε την ασφαλή διαιώνιση κάποιας ψευδαίσθησης ταυτότητας. Εντούτοις, επειδή η γειτονιά δεν ήταν αυτή τη φορά παρά το σκηνικό μιας κακοπαιγμένης παράστασης, οι απομιμήσεις της, μεσούσης της κοσμοκρατορίας του Διαδικτύου, ήταν πλέον ανοιχτές στην αισχρότητα. Αν φέρ' ειπείν το κουτσομπολιό παρέμενε κάποτε μια απ' τις στρατηγικές με τις οποίες η κοινότητα ήλεγχε τις παραβάσεις του κώδικά της, τώρα επανερχόταν σαν φτηνό και ανούσιο ρητορικό μακιγιάζ πάνω σε κακοφορμισμένες φλεγμονές που είχαν υποτροπιάσει. Αν οι ομάδες που διεκδικούσαν το πρωτείο συνιστούσαν άλλοτε μικρογραφία του συνολικού μηχανισμού ενός κόσμου γεμάτου ζωτικές αντιφάσεις, όπου επομένως η τέχνη τού να εξισορροπείς τις διαφορές κατείχε πρωτεύουσα θέση στην τάξη των καθηκόντων, τώρα γινόταν μεγέθυνση της μικρόνοιας του καθενός. Είχαμε ξαναφτιάξει μια καρικατούρα γειτονιάς, ξέχειλης από μάταια μίση, πλαστές φιλονικίες, κρίσεις νευρικότητας για ψύλλου πήδημα και λίβελους που υπεράσπιζαν δήθεν απειλούμενα κεκτημένα -ξέρετε, όσο βαθύτερα στην ενδοχώρα της φαντασίας υψώνεται ο θρόνος ενός υποτιθέμενου μεγαλοπαράγοντα τόσο πιο πειστικά προσποιείται αυτός ότι ανησυχεί μήπως τον εκθρονίσουν.
Ολος εκείνος ο κυκεώνας των στρεβλών αντιστάσεων αναπτύχθηκε πιστεύω μόνον και μόνον ένεκα του φόβου για κάτι που ερχόταν απ' έξω, με τη μορφή μιας καινούριας αντίληψης, καλής κακής δεν το εξετάζω, πάντως δυσνόητης και, συνάμα, προκλητικής. Δεν θα υπεισέλθω εδώ στο τι υπήρξε το αυθεντικά καινούριο και με ποιους όρους έμελλε να επιβληθεί ή να απορριφθεί, γιατί αυτό αποτελεί τεράστιο ζήτημα και του οφείλω μια διαπραγμάτευση λιγότερο λακωνική. Θα παραμείνω στη διάγνωση του ψυχικού αδιεξόδου της συντεχνίας και της ανάγκης που προέκυψε για πολλαπλασιασμό των αποδιοπομπαίων τράγων. Ξαφνικά, η λογική της τηλεόρασης, η πίστη ότι μπορούσες πανεύκολα να πετύχεις οτιδήποτε, η δωρεάν παροχή 15 λεπτών διασημότητας, έκανε τους ανθρώπους να ζητούν τα δεδουλευμένα μ' έναν τρόπο όλο και πιο επιθετικό προς τους μνηστήρες των άλλων 15 λεπτών, ενώ η ατέλειωτη παρέλαση της αναξιοκρατίας, που συρόταν μέχρι τότε από την ατμομηχανή των θεσμών, εγκατέλειψε τα καθορισμένα δρομολόγια και προσέλαβε μιαν όψη πειρατικής εισβολής και λεηλασίας των αποθεμάτων δημοσιότητας, με το μαχαίρι στα δόντια. Η αγωνία που αναδυόταν στη σκέψη ότι, εάν μας ρωτούσαν ποιοι είμαστε, δεν θα ξέραμε την απάντηση μας οδηγούσε σε μια φρενίτιδα μικροπρεπούς αλληλοσπαραγμού, και η εχθρότητα κυρίευε όλα τα οχυρά.
Καταλαβαίνει κανείς αβίαστα τον βαθμό στον οποίο η παραπάνω εξέλιξη βόλευε εκείνους που είχαν ξεχάσει να σκέφτονται και να γράφουν, αυτούς που απέφευγαν να δεχτούν ότι για να γράψουν όφειλαν να επανατοποθετηθούν στον χάρτη της σχέσης τους με όλες ανεξαιρέτως τις απορίες, ξεκινώντας από τη γλώσσα και το αίνιγμα της πολιτισμικής οικουμενικότητας και φτάνοντας στο ανεπαρκές λεξιλόγιο του συγκινησιακού τους σύμπαντος, στην κριτική της αναξιοπιστίας των παλαιών πεποιθήσεων και στα μεταμοντέρνα συμβόλαια των εκδοτών. Ξαφνικά, οι λεγόμενες κλίκες, φανταστικές ή μη, δηλαδή περιορισμένες συσπειρώσεις ανθρώπων που συνασπίζονταν ενάντια σε άλλες συσπειρώσεις ερίζοντας πάντοτε γύρω από κάποιο μηδαμινό ή αδιευκρίνιστο αντικείμενο, αναβαθμίστηκαν σαν να συνιστούσαν τη μόνη διέξοδο από την αναρχία, το δε άγχος που συνόδευε το ερώτημα του τι θα μπορούσε πια να ενταχθεί στο σώμα της λογοτεχνίας και τι όχι απωθήθηκε με τη σειρά του εκεί απ' όπου μπορούσε να επιστρέψει μεταμφιεσμένο στον μπαμπούλα μιας ακόμη πιο φανατικής εχθρότητας όλων προς όλους.
Ετσι, εφόσον πρόσφεραν αυτό το κακορίζικο άλλοθι, οι κλίκες έγιναν σωσίβιο και τους αποδόθηκαν τα αίτια της δυσαρμονίας που σημάδευε την ανταπόκριση του έργου των συγγραφέων στον πόθο τους για επιτυχία. Αμέσως, άρχισαν να καταλαμβάνουν στρατηγική θέση στη ρυμοτομία του λογοτεχνικού οικοσυστήματος και να γίνονται, περίπου, θεσμός οι ίδιες. Σ' έναν κόσμο όπου οι θεσμοί, παρά το αμαρτωλό παρελθόν και τα μυωπικά τους ανακλαστικά, είχαν για χρόνια θεωρηθεί το αντίπαλο δέος της απολίτικης κλίκας του σαλονιού, τώρα θεσμοί και κλίκες συγχωνεύονταν και, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, τέτοια είναι η γενική αίσθηση. Δείτε τι συμβαίνει στα πανεπιστήμια.
Συνεπώς, όλη αυτή η μικρονοϊκή ψιθυρολογία της πιάτσας δεν αποκλείεται να ισοδυναμεί μ' έναν ισχυρό αντιπερισπασμό ώστε να μένεις μακριά από την οθόνη του υπολογιστή σου, όπου, κακά τα ψέματα, θα ήσουν ενώπιος ενωπίω για να διαπιστώσεις ότι η ώρα της κρίσεως δεν ανέχεται προσποιήσεις ή ψευδομαρτυρίες κι ότι, αν θέλεις να συνεχίσεις, πρέπει να επανεξετάσεις τον ρόλο του συγγραφέα μέσα στον ωκεανό της ρευστότητας των λογοτεχνικών σημείων και σε σχέση με το ναυάγιο των θεσμών. Οσοι από μας αποτύχαμε να κοιτάξουμε τον ορίζοντα των εξελίξεων με καθαρό βλέμμα, στο σημείο ακριβώς όπου η θέα έμοιαζε ανυπόφορη, και άρα να πετύχουμε τη βαθμιαία εξοικείωση με το κακό πρόσωπο της εποχής, όσοι δεν τολμήσαμε να αποκτήσουμε κάτι έστω απειροελάχιστο από την οξυδέρκεια που χαρίζει η αυτοσαρκαστική επίγνωση της θέσης μας, εμείς είμαστε δυστυχώς που καταλήγουμε να ψάχνουμε μόνιμα τον κακό εαυτό των άλλων, γύρω μας, μέχρι του σημείου να τον επινοούμε. Σίγουρα, ο περίφημος μηχανισμός προβολής καθιστά αυτό το τέχνασμα πανεύκολο, η δε συχνότητα εφαρμογής του σε όλα τα πεδία κατάχρησης εξουσίας προκαλεί, ομολογουμένως, τον θαυμασμό.
Είναι, άλλωστε, και ο μόνος θαυμασμός που αξίζει τον κόπο.
7 - 19/10/2008
|
|
Σινεμά
Κρίση και πολιτισμός
Μουσική
Εικαστικά
Συνέντευξη Καριοφυλλιά Καραμπέτη
Θέατρο
Συνέντευξη Γιάννης Χουβαρδάς
Εκθεση
Βιβλίο
|