Ο Σταύρος Αβράμογλου ανακάλυψε σχετικά πρόσφατα το ρεμπέτικο. Κι όμως, το μελέτησε και του αφοσιώθηκε τόσο, που όταν αποφάσισε να το ερμηνεύσει, το έκανε με γνώση και σεβασμό. Το «Ρεμπέτικο Αλφαβητάρι», ο δίσκος (από την ανεξάρτητη «Red Fox») που κυκλοφόρησε πέρυσι, με 14 τραγούδια των σημαντικότερων εκπροσώπων της μικρασιατικής σχολής, ήταν μια καλή και συνεπής δουλειά, και έτσι χαιρετίστηκε και από τους κριτικούς. Ενα ακόμα δίσκο ετοιμάζει ο τραγουδιστής για τον Σεπτέμβριο. Θα 'χει παλιά ρεμπέτικα, αλλά και ολοκαίνουργια λαϊκά, αυτά που του έγραψε ο 89χρονος Τόλης Χάρμας.
 Στο στούντιο με τον συνθέτη Τόλη Χάρμα |
Σε ένα διάλειμμα από τις ηχογραφήσεις στο στούντιο, ο Αβράμογλου πετάχτηκε μέχρι το γραφείο. Αλλωστε, στις πτήσεις είναι απολύτως συνηθισμένος αυτός ο συμπαθής άνθρωπος που η ταυτότητά του γράφει «Εκπαιδευτής»: Εκπαιδευτής Ελευθέρας Πτήσης. Δηλαδή; «Αλεξίπτωτα πλαγιάς και αιωρόπτερα», εξηγεί. Από τη μουσική, πάντως, ξεκίνησε.
Γεννημένος στις Σέρρες, σπούδασε κιθάρα και φωνητική στο Μουσικό Ωδείο της πόλης του και «στο εφηβικό μας συγκρότημα έπαιζα Beatles και Rolling Stones». Το λαϊκό, το ανακάλυψε αργότερα, στον στρατό, χάρη στον συστρατιώτη του, Γιώργο Νταλάρα. «Συνεργαστήκαμε για τις μουσικές εκδηλώσεις του λόχου. Κι έτσι εγώ, που ήξερα κυρίως το ξένο, άρχισα από όσα μου έλεγε ο Νταλάρας να ανακαλύπτω τον πλούτο τού λαϊκού». Οταν απολύθηκε ,έκανε μαθήματα ορθοφωνίας και αρμονίας στη σχολή του Κώστα Κλάβα και ταυτόχρονα άρχισε να μυείται στο Νέο Κύμα, τραγουδώντας σε μπουάτ. Λίγο αργότερα δοκιμάστηκε και στο ελαφρολαϊκό, και έτσι ήρθε ο πρώτος του δίσκος, «Χαμόγελό Μου» (από την «Ελληνική Εταιρεία Επικοινωνιών»), με τραγούδια σε μουσική του Σάκη Τσιλίκη και στίχους των Β. Τσιμπούλη και Σ. Μανέτα.
Η καθαρή, ωραία φωνή του Αβράμογλου είχε κάνει ήδη αίσθηση. Αλλά η μουσική δεν φαινόταν να αρκεί για τον βιοπορισμό του. Κι έτσι στράφηκε στο δεύτερο πάθος του, τον αθλητισμό και έγινε εκπαιδευτής. Παράλληλα, όμως, τραγουδούσε κι έπαιζε κιθάρα σε ταβερνάκια και φρόντιζε να μελετά. Τα τραγούδια του Βαμβακάρη τού άνοιξαν την «πόρτα» του ρεμπέτικου. «Δεν τόλμησα να το τραγουδήσω εξαρχής. Απλό, ανεπιτήδευτο και γοητευτικό, με κέρδισε. Αλλά ήθελε δουλειά. Αρχισα να διαβάζω, να ακούω και να μελετώ, ώρες. Και, ως μανιώδης συλλέκτης δίσκων, να αγοράζω παλιά βινύλια».
Επτά χρόνια πέρασαν «μέχρι να αποφασίσω ότι πατώ καλύτερα στα πόδια μου και να τολμήσω να ερμηνεύσω ρεμπέτικα δημοσίως. Ετσι ετοιμάστηκε το "Ρεμπέτικο Αλφαβητάρι", κυρίως με σμυρνέικα που επειδή ήμουν ένας άγνωστος καλλιτέχνης, δεν κατάφερα να τα ξανακάνω επιτυχίες»... Απ' αυτή τη δουλειά ήρθε σε επαφή, όμως, με γνώστες του ρεμπέτικου, όπως, τον μελετητή Πάνο Σαββόπουλο, με ανθρώπους που επειδή «είναι συνειδητοποιημένοι κι αισθάνονται ότι το είδος χρειάζεται ανανέωση, δίνουν περισσότερες ευκαιρίες στους τραγουδιστές, ακόμα κι αν αυτοί δεν είναι γνωστοί. Κι αυτό είναι σπάνιο. Γιατί, αν δεν έχεις διασυνδέσεις, συνήθως κανείς δεν σε βοηθά στη δισκογραφία».
Ετσι γνώρισε κι αυτή «τη μεγάλη λαϊκή ψυχή», τον Τόλη Χάρμα, που «μου εμπιστεύτηκε τραγούδια του, χωρίς να υπάρχει καμία συναλλαγή». Γύρω από τον Χάρμα και τον Αβράμογλου, συγκεντρώθηκαν πρόθυμα κι οι άλλοι συντελεστές: ο Μπάμπης Τσέρτος, η Σοφία Παπάζογλου, στο μπουζούκι ο Μανώλης Καραντίνης και οι άλλοι μουσικοί- Β. Μαχαίρας, Αν. Παπάς, Γ. Μαρινάκης. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν. Αλλά, μέχρι τη δισκογραφική κυκλοφορία, ο Αβράμογλου εξασκεί την ιδιότητα του εκπαιδευτή. Και τα βράδια τραγουδά στο πιάνο-μπαρ ενός ξενοδοχείου.