ΓΙΩΡΓΟΣ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Σαν ηχητική μπάντα κινηματογραφικής ταινίας (ή και τηλεοπτικής εκπομπής) ακούγεται το μουσικό-ηχητικό κολάζ του Μιχάλη Σιγανίδη, που δημοσιεύεται στον καινούργιο του (έκτο στη σειρά) δίσκο. Μια «ταινία» που με κάποιον τρόπο συν-σκηνοθετείται από τον κάθε ακροατή, αφού στρέφεται με προσκλητική διάθεση προς το μέρος των εμπειριών, των φαντασιώσεων και των συνειρμών του, καθώς και προς το μέρος μιας υποτιθέμενης δεξαμενής ετερόκλητων υλικών κατατεμαχισμένης (ίσως και καταπατημένης) μνήμης. Αυτά αναδεύονται, προκαλώντας, μεταξύ άλλων, και ποικίλες οσμές. Η διατύπωση των ίδιων των δημιουργών περιγράφει ένα έργο που επιχειρεί να απεικονίσει: «γκριμάτσες του αυτιστικού παιδιού στην προσπάθειά του να επικοινωνήσει με τον κόσμο, μέσα από παράλληλους μονολόγους, θραύσματα ηχητικών σκουπιδιών, αλλά προπάντων, την παρουσία του "Συγκροτήματος Λαμπράκη", με σκοπό να μην ανακοπεί η "ανάπτυξις του στίλβοντος ποδηλάτου"...».
Μια καλή ιδέα (και μια καλή αφετηρία) θα έλεγε κανείς για ένα μουσικό έργο, ιδιαιτέρως μάλιστα για έναν δημιουργό τόσο ξεχωριστό και αξιόλογο όπως είναι ο Μιχάλης Σιγανίδης. Η ιδέα, ωστόσο, και η μέθοδος του κολάζ, όπως έγινε και στον παλαιότερο δίσκο του «Μικρές Αγγελίες» δεν διαβαίνει, κατά τη γνώμη μου, μια κρίσιμη διαχωριστική γραμμή, ένα όριο ανάμεσα στο παιχνίδι-άσκηση και στο πραγματικό έργο τέχνης, κάτι που εντελώς δικαίως περιμένει κανείς από έναν τόσο καλό και άξιο μουσικό σαν τον Μιχάλη Σιγανίδη.
Τα κολάζ, με τον καταιγισμό των πάσης φύσεως ηχητικών αντικειμένων (ήχοι, στίχοι, κέραμοι ατάκτως, ή και ευτάκτως, ερριμμένα) μπορεί να δημιουργούν (εύκολα κιόλας) εντυπώσεις και αισθήσεις, αλλά ο σεβασμός στην απαίτηση πως όλα αυτά μαζί οφείλουν να κάνουν τον ακροατή να αισθάνεται πως κατατείνουν προς κάτι, ή προς κάπου (προκειμένου περί έργου τέχνης) είναι επιβεβλημένος και αναπόδραστος!
Κατά πόσον νιώθει κάτι παρόμοιο ο ακροατής αυτού του δίσκου απομένει, κατά τη γνώμη μου, να ερευνηθεί. Το «ακαταλαβίστικο» γενικώς μπορεί κάποτε να συνιστά έργο τέχνης, αλλά μπορεί και όχι. Η διαχείριση (αλλά και η διαμεσολάβηση) της αδιαφάνειας και του δυσανάγνωστου γενικώς δημιουργούν (στον καλοπροαίρετο ακροατή) δυσκολίες και ερωτήματα, που αφορούν το βασικό πρόβλημα του έργου τέχνης, που είναι οι σχέσεις του με την πραγματικότητα και την αλήθεια. Το αδιαφανές, βέβαια, και το δυσανάγνωστο δεν αποτελούν εξ ορισμού μειονέκτημα, μια και το έργο τέχνης δεν είναι ούτε μια απλή δήλωση ούτε ανταποκρίνεται σε αντικειμενικές σχέσεις, αλλά ένα φάσμα, μια αντανάκλαση του κόσμου (ένα μοντέλο του), που επιδέχεται ερμηνείες. Αντίθετα, κιόλας, το ευανάγνωστο θεωρείται σοβαρό μειονέκτημα στα έργα τέχνης. Αλλά ακριβώς εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, διότι το ασαφές και ομιχλώδες μπορεί να χρησιμοποιούνται τεχνηέντως ως εξωτερική διακόσμηση χάριν εντυπώσεων. Η τέχνη χρησιμοποιεί κώδικες, που άλλοι γνωρίζουν να τους «διαβάζουν» και άλλοι όχι. Ο καλλιτέχνης (κατά βούλησιν, κατ' αίσθησιν και κατά σκοπόν) παρατηρεί και λαμβάνει υπ' όψιν του ή όχι το γεγονός ότι η πραγματικότης αυτή σηματοδοτεί και μια ταξική διάκριση ανάμεσα σε μια ελίτ μυημένων στα μυστικά της τέχνης και σε μια «αγράμματη» μάζα. Ανάμεσα σε δυο «πυρά», αφού, για να γίνει πιο «δημοκρατική» η τέχνη, χρειάζεται να γίνει περισσότερο κατανοητή, αλλά αυτό (απ' την άλλη) μας φέρνει κοντά στην πρακτική των μαζικών μέσων που αναπτύσσουν το απλό, το κατανοητό και το ευανάγνωστο, αφανίζοντας όλες τις σημασίες και αντικαθιστώντας τες με την καθημερινή κοινοτοπία.
Με την υποκειμενική, φυσικά, ματιά του πονήματός του και χωρίς να διατηρώ καμιά αμφιβολία για την ειλικρίνεια και την καλή πρόθεση του Μιχάλη Σιγανίδη, διακρίνω όχι μόνο το εγγενώς ανολοκλήρωτο (το αδύνατον να ολοκληρωθεί, να υψωθεί ας πούμε ως αντικείμενο τέχνης) του ενδιαφέροντος αυτού εγχειρήματος, μα και τον κίνδυνο να συσχετιστεί ο δημιουργός με διαθέσεις, προθέσεις και ιδιότητες που δεν έχει, ούτε και θέλει, φαντάζομαι, να έχει (όπως «προχωρημένος», «πειραματικός», «ακαταλαβίστικος» και άλλα ομιχλώδη και ασαφή).