Η επέτειος των πενήντα πέντε χρόνων μετά τον θάνατο του Αγγελου Σικελιανού (19 Ιουνίου 1951) και των τριάντα χρόνων από την έκδοση του «Ασυμβίβαστου» της Ελένης Καζαντζάκη δίνουν την αφορμή για μια νέα ανάγνωση του βιβλίου της.
 Νίκος Καζαντζάκης - Αγγελος Σικελιανός στις 10-10-1921 |
Πρόκειται για μια βιογραφία που έχει συνταχθεί βάσει ανέκδοτων γραμμάτων και διαφόρων κειμένων του συγγραφέα, τα οποία σκιαγραφούν την προσωπικότητά του αλλά και αναδεικνύουν τους φιλικούς και πνευματικούς δεσμούς που ανέπτυξε με τον ποιητή των συλλογών «Το Πάσχα των Ελλήνων» και «Μήτηρ Θεού».
Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν ο Σικελιανός είχε ήδη συλλάβει την ιδέα της περίφημης σειράς ποιητικών βιβλίων με τίτλο «Συνειδήσεις». Αποφάσισαν να ξεκινήσουν ένα μεγάλο ταξίδι, μια περιήγηση στο τοπίο της ελληνικής γης, μεταξύ 1914-1917, «αναζητώντας τη συνείδηση της γης και της φυλής τους». Αποκύημα της εύφορης σχέσης τους είναι το ποίημα του Σικελιανού με τίτλο «Αποχαιρετισμός του Καζαντζάκη», που, όπως αναφέρει η Ελένη Καζαντζάκη, «παρουσίαζε τον ίδιο τον Σικελιανό και τον Καζαντζάκη σαν τους Αγίους Γεώργιο και Δημήτριο. Κι όπως είναι γνωστό, ο Αγιος Γεώργιος καβαλάει άσπρο άλογο κι ο Αγιος Δημήτριος κόκκινο, σιδερί...».
Οι δύο Αγιοι
Η σκηνή των δύο Αγίων, δοσμένη με ιδιαίτερο, ποιητικό τρόπο είναι χαρακτηριστική: «Πώς Αϊ-Δημήτρης του Αϊ-Γιωργιού τον τράχηλο αγκαλιάζει / καθείς τους ανεβαίνοντας σε ψυχερό φαρί / το δρόμο που μυρίζεται μεκρύ κι αναγαλλιάζει / και το 'να είναι σιδέρικο και τ' άλλο είναι ψαρί / όμοια κ' εγώ, ως ξεκίναγα για το μεγάλο δρόμο / και συ 'σουνα στο πλάγι μου γι' άλλο στρατί να πας / ακόμα πάνω στ' άλογο σού αγκάλιασα τον ώμο / κ' είπα: Ο Θεός στις στράτες σου, και συ να μ' αγαπάς!».
Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή τη συνοδοιπορία τους, τη συντροφιά και τις συζητήσεις τους. Ο Πάτροκλος Σταύρου επισημαίνει επί τούτου πως στις αρχές της δεκαετίας του 1920 «ο Καζαντζάκης άρχισε μονιμότερα να ατενίζει πέρα από τους ορίζοντες της Ελλάδος, ενώ ο Σικελιανός ρίχτηκε στον αγώνα να αναστήσει τη Δελφική Ιδέα και να αναβιώσει την αρχαία τραγωδία, με χρονικά ορόσημα το 1927 και το 1930. Οράματα και υψιπετείς στόχοι παρέμειναν κοινοί και για τους δύο και ο καθένας τους υπηρετούσε από τη δική του σκοπιά για κατανόηση και ειρήνη στον κόσμο...».
«Δεν υπογράφω»
Η Ελένη Καζαντζάκη προσφέρει στον «Ασυμβίβαστο» άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πτυχές της σχέσης των δύο ανδρών. Σύμφωνα με μαρτυρία της, είναι ρητή η θλίψη από τον θάνατο του Σικελιανού: «Με τη σκέψη βρισκόμασταν δίπλα στον Αγγελο Σικελιανό, που ο Πρεβελάκης μάς έδινε ανησυχαστικές πληροφορίες για την υγεία του. Ανησυχούσαμε. Κι ωστόσο, στο βάθος μέναμε αγιάτρευτα αισιόδοξοι. Ποιος "ανησυχεί" για το δρυ, όσο υψώνεται βασιλιάς μέσα στο δάσος; Ποιος σκέφτεται να εξετάσει ποιο σκουλήκι τρώει τις ρίζες του; Ο αγαπημένος μας Γιάννης Σοφιανόπουλος δεν είχε καλά καλά προλάβει να γυρίσει στην Ελλάδα, όταν έσκασε σα μπόμπα το αποτρόπαιο μαντάτο. "Δεν υπογράφω, δεν υπογράφω...", μουρμούριζε ο Νίκος άσπρος σαν το πανί. «Δεν παραδέχομαι τέτοια αδικία". Πέταξε πέρα το γράμμα, πήγε και κόλλησε το φλογισμένο μέτωπό του στο τζάμι. Το τσαλακωμένο χαρτί μάς ανάγγειλε τον ανόσιο θάνατο του Αγγελου Σικελιανού».
Επιπλέον, σε δύο επιστολές σταλμένες εκείνη την περίοδο από τη Φλωρεντία, όπου διέμενε, ο Καζαντζάκης γράφει: «Η Φλωρεντία έτσι δε μου δίνει τη χαρά που περίμενα· σηκώνω δυο πεθαμένους μαζί μου κι όλα τα βλέπω με θαμπωμένα μάτια. Αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο για το Σικελιανό, για τη φιλία μας, που βάσταξε σαράντα χρόνια... Ισως γράφοντάς το να παρηγορηθώ λίγο· έχουμε ζήσει μια ζωή μεγάλη με το Σικελιανό, περιοδεύοντας την Ελλάδα· και ίσως ό,τι είπαμε, σκεφτήκαμε και κάμαμε μαζί να ενδιαφέρει και άλλους...», αλλά και «Ας είστε καλά, χωρίς εσάς δε θα ξανάβλεπα τη Φλωρεντία. Σας συλλογίζουμαι κάθε στιγμή, περπατώντας εδώ· βλέπω με συγκίνηση μα όχι με χαρά τη Φλωρεντία· η καρδιά μου είναι λογής λογής πικραμένη. Λέω να γράψω ένα βιβλίο για το Σικελιανό, ίσως ξαλαφρώσω λίγο...».
«Να μας δώσει λόγο ο Θεός»
Κάποιοι αναγνώστες, εξάλλου, θα ανατρέξουν στο σημερινό παρόν συμμεριζόμενοι την αποστροφή του: «Στις 19 Ιουνίου, ημέρα Τρίτη, κατά το δειλινό, πέθανε ο φίλος μου, κι από τη μέρα εκείνη κρατώ στην αγκαλιά μου το πτώμα του και περπατώ και κοιμούμαι και ξυπνώ και δε βρίσκω ησυχία· και μονάχα όταν είμαι μόνος, σκύβω απάνω του και κλαίω. Τα αιώνια, χωρίς απάντηση ερωτήματα έρχουνται πάλι και ξεσκίζουν το νου μου και δε μπορώ πια ν' ανεχτώ τη ζωή και την αδικία· ένα σωρό διανοητικοί πίθηκοι ζουν και καλοζούν και μολεύουν την Ελλάδα κι ο Σικελιανός πέθανε. Αν υπάρχει Θεός, μια μέρα πρέπει να μας δώσει λόγο...».