Η Κατάρα των Αψβούργων...
 Τσίτα - Ταρζάν: «ΕΜΕΙΣ και με διακόσιους βαθμούς υπό σκιάν ΔΕΝ θα πάμε πουθενά. Αϊ στο διάολο...» |
Αν πω ότι ονειρεύομαι την ώρα και τη στιγμή του Ιουλίου που θα δω ολοζώντανη τη Ζιλιέτ Γκρεκό να ψελλίζει τραγούδια σε στίχους Πρεβέρ, θα είναι ένα τεράστιο ψέμα. Επειδή λοιπόν σε δεκαεννιά χρόνια απ' αυτό το ανισόρροπο καλοκαίρι θα είμαι κι εγώ, πάνω-κάτω, στην τωρινή ηλικία που ζει και μάλλον βασιλεύει η αρχαία μούσα του «υπαρξισμού», αποφάσισα ότι μου φτάνει ΜΟΝΟ... «ένα κύμα στο ακρογιάλι κι ένα σπιτάκι φτωχικό στην αμμουδιά», όπως έλεγε το παμπάλαιο ασματίδιο των αγνών και ελάχιστα βιταμινούχων μεταπολεμικών χρόνων. Σαφώς και συγκλονίζομαι απ' την επιλεκτική ελεημοσύνη της Ζίμενς, αλλά αυτά, όπως όλοι γνωρίζουμε, ανήκουν στα τυχερά του επαγγέλματος! Ποιο επάγγελμα; ΑΥΤΟ που κάνει «νιάου νιάου στα κεραμίδια». Το... γνωστό. Στο μεταξύ, τα τηλεκανάλια απογοητεύτηκαν που σχεδόν ούτε μισός Ελλην δεν κρεμάστηκε από απελπισία για την ήττα της Εθνικής στα λημέρια της Σίσσυς και του Μότσαρτ.
Πολλά βέβαια λέγονται για την «Κατάρα των Αψβούργων» η οποία χτυπά όσους αγνοούν τα τετρακόσια απ' τα δύο χιλιάδες κονσέρτα για πιάνο και βιολί του τρομερού Μότσαρτ, τη βιογραφία της Ελισάβετ (Σίσσυ) και όλα -προπαντός- τα ντεσού του έρωτά της με τον Φραγκίσκο Ιωσήφ που συνέχισε να ζει ακόμη κι όταν η Σίσσυ είχε μαχαιρωθεί από διαταραγμένο «αναρχικό» της εποχής, στην, κατά τα άλλα, ειρηνική Ελβετία.
Καταλαβαίνει κανείς πως ούτε ο Μότσαρτ ούτε οι Αψβούργοι περιλαμβάνονται στο εγκυκλοπαιδικό μενού των Ελλήνων φιλάθλων που έσπευσαν να γιορτάσουν τον νέο θρίαμβο της Εθνικής μας. Δυστυχώς αγνόησαν πως η Αυστρία, φαινομενικά χαρούμενο μέρος, είναι αρκετά βαριοΐσκιωτη κι ότι η «Κατάρα» των παραδόσεων παραμονεύει πίσω απ' τη διασκευή της «Μικρής νυχτερινής μουσικής». Αυτά όμως ξεχνιούνται γρήγορα μπροστά στα καθημερινά μας οικονομικά και ηθικά διλήμματα. Θα μου πεις: «ποιος χέζει την ηθική σ' αυτό τον τόπο;». Κι όμως, ναι, ναι, ακόμη υπάρχουν εύθικτοι χαρακτήρες που ΔΕΝ διστάζουν να στείλουν μέχρι και πρώην ηγέτες για ιαματικά λουτρά διαρκείας. Το ζήσαμε και το βιώσαμε πριν από λίγες μέρες.
Για να μην πέσω όμως σαββατιάτικα σε κοινότοπες σκέψεις, καθότι ζέστη, ελαφρό μπαΐλντισμα και τα παρεμφερή, ζήτησα πάλι τη συνδρομή της ποιήτριας κυρίας Σαλιάγκου για να ολοκληρώσει αυτό το πόνημα. Και ιδού. Συγκλονισμένη απ' τη θερμοπληξία και τις κοινωνικές της επιπτώσεις, ύστερα από είκοσι -ΜΟΝΟ- χρόνια... μας απέστειλε το κάτωθι δραματούργημα:
Λόγω υψηλής θερμότητας/ το κλίμα μας θ' αλλάξει/ και η Γη θα παίξει οριστικά/ την τελική της πράξη.
Κι εκτός που θα αποβληθούν/ του Βόρειου Πόλου οι πάγοι/ έξω απ' τη ζούγκλα θα βρεθούν/ πλείστοι ανθρωποφάγοι!
Σαν τον Σημίτη που έμεινε/ ΕΚΤΟΣ του ιδίου κόμματος/ ως θύμα του Εμφύλιου/ ΚΑΙ του... παιδομαζώματος.
Στο Βερολίνο ο καιρός/ με της Λαμίας θα μοιάζει/ και στη Βιέννη ο Δούναβης/ σαν σούπα θα κοχλάζει.
ΕΝΩ η Αθήνα, Κάιρο/
θα γίνει ή Λευκωσία,/
και η Σαλονίκη αυθημερόν/
θα πάει προς Μαλαισία.
Καθώς η ζέστη θα βαρά/
και το ψωμί θα ψήνεται/
θα δούμε πλήθος υπουργών/
σιγά σιγά να γδύνεται.
Γιατί οι γραβάτες, τα παπιγιόν/
και οι σωβρακοφανέλες/
ΤΟΤΕ δεν θα 'χουν πέραση/
ούτε καν στις Βρυξέλλες.
Τα ήθη λοιπόν θα κλονιστούν/
και το κτηματολόγιο/
θα 'χει φουρτούνα Ατλαντικού/
με φύκια απ' τη Μεσόγειο.
Στο μεταξύ αφού θα 'ρχονται/
οι βόρειοι απ' τον Νότο,/
μπορεί και να δικαιωθεί/
του Ελληνα το «γαμώτο».
Και η Ζίμενς που 'ναι σπάταλη/ σε μίζες και σε δώρα/ σαν έρθει εκείνη η στιγμή/
και η ευλογημένη ώρα,
κι εφόσον αποδείχτηκε/
Φιλελληνίς, θα πει:/
«ΕΜΠΡΟΣ ορμήστε ΕΛΛΗΝΕΣ/
Το be or not to... be»!
Κι επειδή η κυρία Σαλιάγκου τα ψιλοχάνει τελευταία, μας έστειλε κι ως επιδόρπιο τους παρακάτω στίχους:
«Σαουδάραβα ερήμου
και καμήλα της στεριάς,
πόσα τάλιρα γυρεύεις
ώς το σπίτι να με πας;». *