**Στον Νίκο Παναγιωτόπουλο, στις ταινίες του
Η σημειολογία άκρως λιτή, περικλείει τα αναγκαία. Ενα μπιμπερό με λίγο νερό κι ένα φαγωμένο πλαστικό ποτήρι για τα κέρματα της μέρας. Κοινοτοπία: τα παιδιά πουλάνε ευκολότερα δυστυχία ή ευτυχία. Εν προκειμένω, η εκτεθειμένη αθωότητα στα κράσπεδα συνήθως αρπάζει το χέρι του περαστικού και του το χώνει στην τσέπη.
Ωστόσο, ο μακάριος ύπνος του παιδιού φέρει κάτι το αναπάντεχο σ' αυτή τη συνήθη εικόνα, κάτι πέραν της πραμάτειας του πόνου που εκθέτει η κουβαριασμένη βρεφοκρατούσα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ένα παιδί που κοιμάται στον δρόμο ενισχύει την αίσθηση του αυθόρμητου ελεήστε μας (που δεν είναι) και ατροφεί την αίσθηση του προμελετημένου ελεήστε μας (που είναι). Εξού και το κοιμισμένο αγόρι λογοδοτεί μόνο στην ομορφιά· υπερβαίνει, εξίσου, τη σκληρότητα της μοίρας του και τον ψευτοοίκτο της μοίρας μας και παραδίνεται στο στιγμιαίο άγγιγμα μιας απλησίαστης ευδαιμονίας.
Φυσικά, όλα αυτά προϋποθέτουν πως ο πλάνης του αστικού τοπίου γνωρίζει πως ο Καραβάτζιο, ο Μπουνιουέλ ή ο Ζενέ δεν αναπνέουν μόνο στα μουσεία, στις σκοτεινές αίθουσες ή στα βιβλία. Εξού και οι αβίωτοι δρόμοι της πρωτεύουσας συχνά γίνονται αιφνίδια φροντιστήρια αυτών που είδαμε, ακούσαμε ή διαβάσαμε. Καθώς πεζοπορώντας ανακεφαλαιώνουμε φράσεις, μουσικές, ζωγραφιές και πάει λέγοντας, σε τέτοιο βαθμό που ο πολεοδομικός λαβύρινθος να παίρνει το σχήμα ενός πνευματικού κολάζ.
Βέβαια, όλα αυτά αφήνουν μάλλον απαθή τον μεμψίμοιρο περαστικό που κυκλοφορεί στη βαλκανική Αθήνα σαν Αγγλογερμανογάλλος. Είναι αυτός που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, πιστεύει πως μόνο αν ταξιδέψει στην Πράγα ή στη Λισαβόνα θα διασταυρωθεί με ήρωες του Κάφκα ή του Πεσόα. *