Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ
Ο 84χρονος πιανίστας, αρχιμουσικός και παιδαγωγός Γιώργος Χατζηνίκος έχει κάνει σπουδαία καριέρα στα δυτικά μητροπολιτικά κέντρα της σοβαρής μουσικής. Δεν είναι και λίγο να έχει αναγνωρίσει τις δυνατότητές σου, και μάλιστα σε νεαρή ηλικία, ο Γερμανός συνθέτης των «Κάρμινα Μπουράνα» Καρλ Ορφ. Οπωσδήποτε στον Ελληνα αρχιμουσικό χρωστάμε τη διάδοση του έργου του Νίκου Σκαλκώτα εκτός ελλαδικών συνόρων: η αρχή έγινε, ήδη από το 1953, στο Αμβούργο, με το Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του συνθέτη από τη Χαλκίδα, με αρχιμουσικό τον Χέρμαν Σέρχεν και σολίστ τον Γιώργο Χατζηνίκο.
 Γιώργος Χατζηνίκος: «Το βιβλίο για τον Μότσαρτ απευθύνεται στον οποιονδήποτε, χωρίς απαραιτήτως να ξέρει μουσική» |
Η ξένη κριτική τον θεωρεί αυθεντία στις ερμηνείες του σκαλκωτικού έργου, ενώ ο ίδιος έχει επιβεβαιώσει αυτή την πολύχρονη σχέση, που θυμίζει αφιερωμένο μαθητή στον μεγάλο δάσκαλο, με τη μονογραφία «Νίκος Σκαλκώτας: Μια ανανέωση στην προσέγγιση της μουσικής σκέψης και ερμηνείας».
Το βιβλίο για τον Νίκο Σκαλκώτα θα παρουσιαστεί στις 8 Οκτωβρίου στο Μουσείο Μπενάκη, όπως και το υπό έκδοση «Το ρετσιτατίβο στις όπερες του Μότσαρτ. Πυξίδα για την αναγέννηση της μουσικής αντίληψης» - και τα δύο με την εκδοτική φροντίδα του Περικλή Δουβίτσα της «Νεφέλης».
Η αναφορά στο ρετσιτατίβο (σ.σ. μουσική απαγγελία, που συνδέει τις βασικές άριες και τη δράση), όπως αυτό εμφανίζεται στις όπερες του Μότσαρτ, ξεκινάει από το 1991, επέτειο των διακοσίων χρόνων από τον θάνατο του Αυστριακού συνθέτη. Κυκλοφόρησε τότε σε ιδιωτική έκδοση, κυρίως ανάμεσα σε φίλους. Το βιβλίο έφθασε στα χέρια της μακαρίτισσας Πολυξένης Ματέι (1903-2000) -γνωστής από τη μεταφορά του συστήματος Καρλ Ορφ στη χώρα μας- η οποία τού έγραψε, ανάμεσα σ' άλλα, σε επιστολή της: «Αγαπητέ μου Τζώρτζη, αυτά που λες είναι τόσο σημαντικά, που θα έπρεπε να τα διαβάσει ο κάθε μαθητής ωδείου».
Ετσι το 2005, διακόσια πενήντα χρόνια από τη γέννηση του Μότσαρτ, ο Γιώργος Χατζηνίκος, ακολουθώντας την παρότρυνση της φίλης του, θέλησε να απευθυνθεί, όπως λέει, «στον οποιονδήποτε χωρίς να ξέρει μουσική. Αισθάνθηκα την ανάγκη να συμπληρώσω έναν επίλογο ή έναν καθυστερημένο πρόλογο στην πρώτη ιδιωτική έκδοση». Και τώρα το βιβλίο αισίως παίρνει τον δρόμο προς τις προθήκες των βιβλιοπωλείων.
Αλλά, ποια είναι η ιδιαιτερότητα του ρετσιτατίβο στις μοτσαρτικές όπερες; «Το ιταλικό ρετσιτατίβο του Μότσαρτ γενικά θεωρείται ελεύθερο. Εχει κυριαρχήσει μια παράδοση, την οποία είχα διδαχθεί κι εγώ, έως ότου ανακάλυψα από μια ευτυχή σύμπτωση την τεράστια σημασία του, μετά από πολλά χρόνια διδασκαλίας», απαντά.
Θέλοντας να εξηγήσει το τωρινό του εγχείρημα, επιστρέφει στην προϊστορία της ερμηνείας αυτής της μουσικής φόρμας: «Την εποχή του Μότσαρτ οι άριες συνδέονταν με το ρετσιτατίβο που υποδήλωνε τη δράση με λόγια, τα οποία προφέρονταν πάνω σε ορισμένες οδηγίες του Μότσαρτ, από τον εκάστοτε τραγουδιστή. Στον 19ο αιώνα με την εξέλιξη της όπερας και ιδίως της μεγάλης ιταλικής με το μπελκάντο, η συμμετοχή της ορχήστρας πολλαπλασιάστηκε. Ετσι, λοιπόν, οι άριες των διαφόρων τραγουδιστών προετοιμάζονταν από τη μεγάλη ορχήστρα».
Τι συνέβη, όμως, με το πέρασμα των ετών στην ερμηνεία του μοτσαρτικού οπερατικού κόσμου; «Το ρετσιτσατίβο εξελίχθηκε σε μια παρωχημένη έννοια, την οποία την συμπλήρωναν μάλλον με ρουτίνα. Χρειάζεται ωριμότητα για να καταλάβεις τις όπερες του Μότσαρτ. Οταν ήμουν σπουδαστής στο Μοζαρτέουμ και ρωτούσα σχετικά με τη συγκεκριμένη φόρμα, μου απαντούσαν: «Μη σ' ενδιαφέρει, αυτό είναι στα χέρια του τραγουδιστή, αυτός έχει την ευθύνη"», αναμιγνύει ο Γιώργος Χατζηνίκος προσωπικές μνήμες και μουσικολογικές εκτιμήσεις.
Ωσπου, ήρθε η ευτυχής συγκυρία. Ηταν το 1981, όταν έξι νεαροί σπουδαστές της Μουσικής Ακαδημίας του Μάντσεστερ, όπου δίδασκε ο Ελληνας μουσικοπαιδαγωγός, ήθελαν να ασχοληθούν με την όπερα του Μότσαρτ, «Ετσι κάνουν όλες». «Εγώ», θυμάται ο συνομιλητής μας, «ενθουσιάστηκα που μου δινόταν η ευκαιρία να βάλω ο ίδιος το χέρι μου σε μια όπερα του Μότσαρτ. Μόλις έκαναν τις ετοιμασίες, ήρθαν οι τρεις άντρες τραγουδιστές και άρχισαν να προβάρουν τα πρώτα μέτρα της όπερας, τα οποία περιλάμβαναν κι ένα ρετσιτατίβο. Δεν άντεξα και τους ρώτησα: "Γιατί τα κάνατε αυτά; Τα έχετε σκεφτεί;". "Α, μπα, διόλου, διόλου. Ακολουθήσαμε αυτό που μας είχαν διδάξει: να είμαστε απολύτως ελεύθεροι", μου απάντησαν. Εγώ, τότε, τους λέω: "Ελευθερία αισθάνεται κανείς όταν ξέρει τι κάνει. Αλλά αυτό που κάνετε εσείς είναι πλήρης ανευθυνότητα"».
Το συμπέρασμα, που συνάγεται από την έρευνα του Γιώργου Χατζηνίκου, είναι ότι το μοτσαρτικό ρετσιτατίβο είναι τελείως διαφορετικό από αυτά του Μπαχ, του Χέντελ και των Ιταλών συνθετών, γιατί «συνοδεύουν ένα κείμενο που απευθύνεται στους ανθρώπους της χώρας τους, που είναι γραμμένο στη γλώσσα τους. Επομένως, οι χειρονομίες των τραγουδιστών αποκτούν δευτερεύουσα σημασία. Ομως, ο Μότσαρτ, γράφοντας ιταλικά ρετσιτατίβα, όπως ήταν το έθιμο της εποχής, σκέφτεται τους συμπατριώτες του, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν ιταλικά. Οπότε η κάθε χειρονομία αποκτά πρωτεύουσα σημασία. Ετσι, ένας τραγουδιστής ή ένας μαθητής ωδείου, αν ξέρει τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιήσει τη χειρονομία, θα βρει ένα νόημα στην εκφορά του λόγου».