Η Δανάη Παναγιωτοπούλου σπούδασε Γερμανική Φιλολογία γιατί «ίσχυσε», όπως λέει, «αυτό το "πάρε παιδί μου ένα χαρτί"». Ταυτόχρονα, παρακολουθούσε τη Δραματική Σχολή του θεάτρου «Εμπρός» κι «εκεί μέσα διαμορφώθηκε». Κι όμως, δεν έγινε ούτε καθηγήτρια ούτε ηθοποιός. Εγινε τραγουδοποιός. Και αφού συνεργάστηκε με τον Μίλτο Πασχαλίδη και τον Γιάννη Χαρούλη, μας συστήθηκε επισήμως με τον δίσκο «Οίκος Αντοχής» («Καθρέφτης»).
Με δέκα τραγούδια (στα οποία καθοριστική είναι η συμμετοχή των μουσικών Α. Αγγέλου και Ν. Παπαναστασίου) έδωσε το στίγμα ενός ειλικρινούς, κάποτε στα όρια του κυνισμού, νέου ανθρώπου που έχει να πει πράγματα για τον εαυτό του και τη γενιά του. Διότι, στη δική της περίπτωση, αντίθετα με ό,τι συνήθως συμβαίνει πια, ισχυρότερη εντύπωση κι από τις μελωδίες κάνει ο στίχος που εκπροσωπεί την άποψη και την προσωπικότητα μιας 30χρονης σύγχρονης κοπέλας που παρατηρεί, σκέπτεται και αποφασίζει.
Στο χώρο της μουσικής, η Δανάη δεν είναι βέβαια «αλεξιπτωτίστρια» ούτε αυτοδίδακτη. Σπούδασε αρκετά χρόνια πιάνο, λίγο κιθάρα και φωνητική, ακόμα και τύμπανα ένα χρόνο. Αλλά την αφηγηματική αρετή των στίχων της και το ξεχωριστό των τραγουδιών δεν τα αποδίδει τόσο στις μουσικές της σπουδές όσο στη θεατρική της παιδεία. Το ξεκαθαρίζει άλλωστε σ' αυτή τη συζήτηση, που αφορμή έχει τις εμφανίσεις της κάθε Τετάρτη μέχρι και τις 11 Δεκεμβρίου σε ένα νέο χώρο που λέγεται «Πυρήνας» (Μιχαλακοπούλου και Διοχάρους 11, τηλ. 210 - 7237150). «Ηθελα, λέει, ο δίσκος να έχει αρχή, μέση και τέλος. Να 'ναι με μια θεατρική αντίληψη».
- Κάποια τραγούδια είναι κυνικά ειλικρινή...
«Ετσι είμαι και στη ζωή μου. Παλιότερα μου έλεγαν ότι είμαι απαισιόδοξη επειδή έλεγα σκληρά πράγματα. Η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία έχουν να κάνουν με μια πίστη που δεν πατάει πουθενά. Τα πράγματα όμως περνάνε κι από τα χέρια μας. Μου τη σπάει όταν αντιμετωπίζονται οι πράξεις μας σαν καιρικά φαινόμενα: λέμε π.χ. μου συνέβη ένας χωρισμός».
- Αυτό το «ξεκαθάρισμα» είναι χαρακτηριστικό και της γενιάς σας;
«Εχουμε εισπράξει πολύ μεγάλη απογοήτευση από τις προηγούμενες γενιές ώστε να θεωρούμε ότι η μόνη διέξοδος είναι το παραμύθι "κάποτε θα γνωρίσεις κάποιον ή θα βρεις μια ωραία δουλειά κι όλα θα πάνε καλά". Φάγαμε στη μάπα και τη μόνιμη επωδό ότι οι ιδέες κατέρρευσαν, ότι οι άνθρωποι είναι κακοί. Εγώ δεν το αποδέχομαι: σε κάνει να περιορίζεσαι στα μικρά πράγματα, να φορτώνεσαι με ηττοπάθεια. Αντίθετα, στους ανθρώπους της γενιάς μου παρατηρώ ένα οξύ χιούμορ σαν να μην αποδέχεται κανείς μας τα ιερά που του παραδίδουν. Τα κοιτάμε με πιο ψύχραιμο μάτι, αλλά όχι απαραίτητα κι αδιάφορο....».
- Ακολουθείτε μια λιτή, μελωδική γραμμή.
«Είναι ένα ρίσκο που το πήραμε συνειδητά κι εγώ κι οι μουσικοί. Ως ακροατής έχω κουραστεί να ακούω όλα αυτά τα άρτια ηχητικά περιβάλλοντα που στο τέλος δεν ξέρεις τι σου φταίει. Η αρτιότητα ήταν πάντα εχθρός της τέχνης».
- Στην Ελλάδα οι γυναίκες τραγουδοποιοί ήταν και είναι ελάχιστες. Γιατί;
«Γιατί να είναι διαφορετικός αυτός ο χώρος από τους άλλους; Οι γυναίκες είχαν πάντα να αντιμετωπίσουν πιο δύσκολες συνθήκες. Αλλά επίσης αν πιστέψεις ότι ισχύει αυτό το "είσαι μειονότητα", ξεκινάς κι εσύ από μειονεκτική θέση. Αυτό τουλάχιστον έχω προσπαθήσει να μην το κάνω ποτέ».