Ο Μαριβό είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση και για τα γαλλικά γράμματα, αλλά και για το ευρωπαϊκό θέατρο. Γεννημένος το 1688, διανύει κάτι περισσότερο από το μισό του επόμενου αιώνα και αποχωρεί από τη ζωή, σε ηλικία 75 ετών, καμιά εικοσαριά χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση.
 Από τη «γλωσσοκοπάνα» του Μαριβό στο θέατρο «Τόπος Αλλού» |
Εζησε ουσιαστικά τα κύρια χρόνια που ετοίμασαν τη Γαλλική Επανάσταση. Ισως και να 'χει αισθανθεί τον ερχομό της. Η σάτιρά του στρέφεται κυρίως προς εκείνους που με τη στάση τους και τη ζωή τους, με τα πλούτη και την εξουσία τους, με τον τρόπο συμπεριφοράς τους, θα φέρουν τους επαναστάτες να στήσουν τα οδοφράγματα στους δρόμους του Παρισιού.
Γράφει ακατάπαυστα από πολύ νωρίς. Η Ιταλική Κομέντια ντελ Αρτε βρίσκεται εκείνη την εποχή στη Γαλλία και ο Μαριβό είναι βαθύτατα επηρεασμένος από το ύφος και το στιλ της. Γι' αυτήν άλλωστε θα γράψει και τη «Γλωσσοκοπάνα» που, όμως, για άγνωστη αιτία δεν παίχτηκε ποτέ τότε. Αλλωστε το ίδιο το κείμενο θα χαθεί για πολλά χρόνια και θα βρεθεί μόλις το 1965.
Το πρόβλημα με το πώς θα παιχτεί ένα έργο του Μαριβό είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα του θεάτρου: Πώς παίζεται ένα σατιρικό έργο; Κωμικά; Και τι θα πει κωμικό παίξιμο; Εξωτερικά, δήθεν, αστείο; Η αλήθεια είναι ότι δεν έχει γίνει εντελώς κατανοητό ότι η κωμωδία είναι το μόνο θεατρικό είδος που για να αποδώσει πρέπει να παιχθεί σοβαρά. Χωρίς εξωτερικές υπερβολές, χωρίς φανερές «κωμικότητες». Η σατιρική διάθεση ενός έργου για να προκαλέσει το γέλιο ή την ευχάριστη διάθεση του θεατή πρέπει να έρθει μέσα από μια σοβαρή υποκριτική απόδοση των ηθοποιών, που θα στηριχθούν αποκλειστικά στις ανατροπές του κειμένου και καθόλου στις δικές τους υποκριτικές τσαχπινιές.
Και ο Μαριβό είναι ακριβώς ο συγγραφέας που τα έργα του προσφέρουν το έδαφος για τη σάτιρα και δίνουν την ευκαιρία στον ηθοποιό, με τη συνετή υποκριτική του, να δείξει και την υπερβολή και την κωμικότητα.
Στη «Γλωσσοκοπάνα» το παιχνίδι παίζεται με τους όρους της Κομέντια ντελ Αρτε: τα πρόσωπα είναι άλλα απ' αυτά που θέλουν να είναι. Και αυτό το «παιχνίδι» εξαρτάται απόλυτα από το πώς θα το παίξουν οι ηθοποιοί. Εδώ τώρα στην παράσταση του θεάτρου «Τόπος Αλλού», την ευθύνη ανέλαβε ο Νίκος Καμτσής.
Ενας άνθρωπος του θεάτρου, που το έχει δουλέψει και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης. Το ξέρει. Και το κυριότερο, το αισθάνεται το θέατρο.
Εδώ όμως, σ' αυτή την παράσταση, νομίζω πως έχασε την ισορροπία ανάμεσα στην οξύτητα της σάτιρας και στον κωμικό τρόπο παρουσίασής της.
Εδειξε, με εξωτερικό τρόπο, πώς θα βλέπαμε αστεία πράγματα. Και εκεί χάθηκε η κωμικότητά τους.
Είχε, ωστόσο, ένα καλό τιμ συνεργατών. Είχε, πριν απ' όλα, την πολύ καλή μετάφραση του Ανδρέα Στάικου -ενός ανθρώπου που είχε ζήσει τη γαλλική γλώσσα μέσα στη Γαλλία και που τα ελληνικά τα έμαθε καλά πριν από τα γαλλικά. Μεγάλο προσόν αυτό για έναν μεταφραστή. Είχε ακόμα τον Πλάτωνα Ανδριτσάκη για να φτιάξει τη μουσική μπάντα που θα ακολουθούσε ή θα οδηγούσε την παράσταση.
Μαζί του ακόμα ήταν η Μίκα Πανάγου για το σκηνικό και τα κοστούμια και μία ομάδα από τέσσερις γυναίκες που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τη διακόσμηση των κοστουμιών και βοήθησαν στη δουλειά της, την ενδυματολογία. Αυτές ήταν: η Ξανθή Ταβουλαρέα, η Σοφία Βουβάκη, η Ισαμπέλλα Κατσούρα και η Μαρία Κουρασάνη. Και η διακόσμηση των κοστουμιών έπαιξε βασικό και ουσιαστικό ρόλο στην όψη της παράστασης.
ΟΚαμτσής είχε ακόμα δίπλα του δέκα πολύ καλούς ηθοποιούς -έξι γυναίκες και τέσσερις άνδρες. Είχε την πάντα ενδιαφέρουσα με εσωτερικό χιούμορ, Μίνα Αδαμάκη, τη Μιράντα Ζαφειροπούλου για να παίξει -με την εντυπωσιακή της εμφάνιση- τη δεσποινίδα Αμπέρ. Και ακόμα την Αννα Ελεφάντη, την Αργυρώ Μιχαλακάκου, τη Χριστολίνα Καλιανιώτη και την Κωνσταντίνα Γκόρου.
Η Αδαμάκη ήταν η καλύτερη της παράστασης -κυρίως ήταν καλύτερη από τον συνήθη υποκριτικό εαυτό της. Ηταν πιο κοντά απ' όλους στο ύφος που έπρεπε να έχει η όλη παράσταση. Δηλαδή ήταν πιο κοντά στον Μαριβό και στο ύφος της εποχής του.
Οι άντρες της παράστασης ήταν ο Γιώργος Στριφτάρης, για να παίξει τον κεντρικό ανδρικό ρόλο του έργου και μάλιστα να τον παίξει πολύ καλά, ο Βασίλης Κουκαλάνι, ο Κωνσταντίνος Δανίκας και ο Κωνσταντής Μιζαράς.
Ενας από τους βασικούς λόγους που αξίζει να δει κανείς τη «Γλωσσοκοπάνα» είναι για να έρθει σε επαφή με τον Μαριβό, έναν συγγραφέα που δεν παίζεται πολύ συχνά, ούτε στην πατρίδα του ούτε στην Ελλάδα. Η οδός Κεφαλληνίας είναι τώρα ο δρόμος που θα ανακαλύψετε τον «Τόπο Αλλού» και τον Μαριβό.