Είμαστε αυτιστικοί και νάρκισσοι. Γι' αυτό δεν ονειρευόμαστε ν' αλλάξει ο κόσμος
Μια γυναίκα, ο σύζυγος, ένας πρώην και ο νέος εραστής. Εν πλω προς την Κίνα. Οι τρεις άνδρες, περιστρεφόμενοι δορυφόροι γύρω απ' τον φωτεινό, μαγνητικό ήλιο της ηρωίδας, της Ιζέ. Δεν πρόκειται για ένα κοινότοπο μελό ούτε για βραζιλιάνικο love story. Είναι το αυτοβιογραφικό αριστούργημα του Πολ Κλοντέλ «Ο Κλήρος του μεσημεριού», που ανεβάζει το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία του Αυστριακού Γιόζι Βίλερ, με μια δυνατή διανομή. Ιζέ, η Αμαλία Μουτούση. Μεζά, νεαρός εραστής των Θείων και της Ιζέ, ο Νίκος Κουρής. Ντε Σιζ, ο προσγειωμένος σύζυγός της, ο Νίκος Καραθάνος. Και Αμαλρίκ, ο εραστής από το παρελθόν, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος.
 Νίκος Καραθάνος, Γιόζι Βίλερ, Αμαλία Μουτούση, Νίκος Κουρής, Λάζαρος Γεωργακόπουλος: το εξαιρετικό τιμ των ηθοποιών και ο σκηνοθέτης σκυμμένοι πάνω από τον Κλοντέλ |
Ο 58χρονος Βίλερ, μόνιμος σκηνοθέτης της Staatschauspiele στο Ανόβερο, στη Schauspiele της Ζυρίχης και στο Kammerspiele του Μονάχου, έχει το αβαντάζ να γνωρίζει το «αιχμηρό» για τον Κλοντέλ βιωματικό έργο καλά: το ανέβασε πριν από πέντε χρόνια με επιτυχία στο Kammerspiele. Η αθηναϊκή παράσταση θα «πατήσει» πάνω στη γερμανική, με μια ουσιώδη λεπτομέρεια. Βασίζεται στις ισχυρές προσωπικότητες των τεσσάρων Ελλήνων ηθοποιών. Φυσικά, η πρεμιέρα (13 Φεβρουαρίου) δεν πρόκειται να δοθεί στην Κεντρική Σκηνή του κτηρίου Τσίλερ, που ακόμη επισκευάζεται, αλλά στον χώρο Η' της φεστιβαλικής Πειραιώς 260, που χάρη στη χειμερινή επανάληψη των «Οκτώ Γυναικών» του Τομά, πήρε πολύ τα επάνω της.
«Το έργο είναι αυτοβιογραφικό για τον Κλοντέλ. Αυτό του προσδίδει αυθεντικότητα κι αλήθεια, που δεν βρίσκουμε στα υπόλοιπα γραπτά του. Για τον ίδιο λόγο το έργο έχει μία ιδιαίτερη βαθύτητα. Ο Κλοντέλ, μάλιστα, το ξανάγραψε 40 χρόνια μετά, προς το τέλος της ζωής του, το 1948 -δεν είχε εκδοθεί ώς τότε».
Εσείς, όμως, ανεβάζετε την εκδοχή του 1906. Πού συνδέεται το 1906 με το 2009;
«Διαβάζοντάς την διαπιστώνεις ότι είναι μια πολύ μοντέρνα ιστορία, που θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα: είναι ένα έργο για τέσσερις χαρακτήρες, μια παντρεμένη γυναίκα, τον άνδρα της, έναν τυχοδιώκτη που πρέπει να είχε σχέση με τη γυναίκα πριν από 10 χρόνια, και ακόμη έναν άνδρα, που ήθελε να γίνει παπάς αλλά, όπως λέει, δεν τον αποδέχτηκε ο Θεός. Πίσω από τον τελευταίο κρύβεται ο Κλοντέλ. Το έργο είναι εξαιρετικά αυθεντικό και μοντέρνο. Και οι τέσσερις χαρακτήρες διαρκώς αναφέρονται στον εαυτό τους. Μετά βίας επικοινωνούν με την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Ολοι τους είναι αυτιστικοί και αρκετά νάρκισσοι. Μιλάνε μόνο για τα δικά τους αισθήματα, τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες. Δεν έχουν όνειρα να αλλάξει η κοινωνία κι ο κόσμος. Δεν είναι αυτό πιστή εικόνα της εγωιστικής κοινωνίας του παρόντος μας;
 Αμαλία Μουτούση και Νίκος Κουρής ξανασυναντιούνται στη σκηνή. Αυτή στο ρόλο της μοιραίας Ιζέ, αυτός του ερωτευμένου Μεζά, άλτερ-έγκο του συγγραφέα του έργου |
Είναι ενδιαφέρον που ο Κλοντέλ συνέθεσε αυτό το έργο στο ξεκίνημα του περασμένου αιώνα, με έναν τρόπο στο ξεκίνημα της μοντέρνας κοινωνίας».
Το ταξίδι πάνω σε ένα καράβι έχει ιδιαίτερο βάρος;
«Η μετάβαση των χαρακτήρων εν πλω είναι συμβολική και με ένα τρόπο εμβληματική για τις ζωές τους: πλέουν από την Ευρώπη προς την Κίνα. Τίποτα πάνω στο πλοίο δεν είναι σταθερό. Ετσι αντανακλάται η στροφή, η μετουσίωση των χαρακτήρων σε κάτι άλλο».
Η γυναίκα τι ρόλο παίζει σ' αυτή τη μετάβαση;
«Αυτό που συμβαίνει και στους τρεις άνδρες μέσω της Ιζέ είναι η προβολή των επιθυμιών, των φαντασιώσεων και των φόβων τους».
Η πίστη, η εμμονή του Μεζά-Κλοντέλ με το Θείο είναι ένα είδος αναπηρίας;
«Απολύτως. Ο Κλοντέλ έγραψε το έργο όταν προσπάθησε να γίνει ιερέας και τον απέρριψαν. Ετσι πήγε στην Κίνα για δεύτερη φορά, όπου δούλευε ως υπάλληλος αρχικά για τη γαλλική κυβέρνηση. Εκεί ερωτεύεται μια παντρεμένη γυναίκα. Κι αυτή τον ερωτεύεται. Η γυναίκα μένει έγκυος αλλά τον εγκαταλείπει. Επιστρέφει στον άνδρα της, τον οποίο επίσης εγκαταλείπει για να επιστρέψει στην Ευρώπη. Εκεί θα παντρευτεί ξανά. Γεννά την κόρη του Κλοντέλ. Η ιστορία αυτή είναι για τον συγγραφέα εξαιρετικά επώδυνη».
Κι ωστόσο δεν διστάζει να την κάνει θεατρικό έργο.
«Η συγγραφή τον βοηθά να αυτοθεραπευθεί. Στο έργο ο Μεζά-Κλοντέλ αφήνει το παιδί του να πεθάνει και σκοτώνει τον πρώην άνδρα της γυναίκας. Αυτά δεν συνέβησαν στην πραγματικότητα. Ενας εφιάλτης θεραπεύεται όμως. Το έργο γράφτηκε μόλις δυο χρόνια μετά τα αληθινά γεγονότα. Κανείς δεν το ήξερε. Σαράντα χρόνια μετά ο Ζαν Λουί Μπαρό ζητεί απ' τον Κλοντέλ να το ανεβάσει. Φανταστείτε σε τι αμηχανία περιήλθε τότε ο 80χρονος Κλοντέλ. Ετσι κάθισε να γράψει μια δεύτερη, μεταφυσική βερσιόν. Σαν τον ζωγράφο που επιχρωματίζει την αλήθεια».
Ποιες είναι οι δυσκολίες της πρόζας του;
«Η γλώσσα του είναι υπερβολικά φορτωμένη, γεμάτη σπαρακτικές λέξεις και εικόνες. Δεν είναι εύκολο να την αποδώσεις ούτε είναι απλό να τη ζωντανέψεις. Η δουλειά μας είναι ένας διαρκής αγώνας μαζί της. Εχει όμως μεγάλο ενδιαφέρον να ανακαλύπτεις βήμα βήμα την αλήθεια, που κρύβεται πίσω από αυτό το φόρτωμα, να κατανοήσεις τι σημαίνουν οι σκιές και τα σύμβολα. Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα, την εποχή του συμβολισμού».
Γιατί δεν θέλατε να προκαλέσετε τον εαυτό σας με μια νέα εκδοχή και «πατάτε» πάνω στην παράσταση που κάνατε στο Kammerspiele;
«Γιατί, χωρίς μετριοφροσύνες, ήταν πολύ ωραία. Επειδή, όμως, η παράσταση του "Κλήρου" βασίζεται πάντα στις προσωπικότητες των 4 ηθοποιών, να είστε σίγουροι ότι δεν θα δείτε την ίδια δουλειά στην Αθήνα. Διατηρούμε ωστόσο το ίδιο πλαίσιο, το ίδιο σκηνικό. Στην πρώτη και τη δεύτερη σκηνή όλα εκτυλίσσονται σε έναν άδειο, εκτυφλωτικά λευκό, φωτεινό χώρο - το κατάστρωμα ενός πλοίου. Στη δεύτερη σκηνή, στο ευρωπαϊκό κοιμητήριο στο Χονγκ Κονγκ, οι Ευρωπαίοι ήρωες του Κλοντέλ περιβάλλονται από το θάνατο. Ολα είναι γυμνά και σκοτεινά. Είναι τρελό που η ερωτική σκηνή της Ιζέ με τον Μεζά εκτυλίσσεται σ' αυτό το τοπίο θανάτου. Στην τρίτη, όμως, σκηνή είναι σαν να μεταφερόμαστε σε ένα έργο της Σάρας Κέιν».
Μπορεί ο Κλοντέλ κάπου να μοιάζει με τη Σάρα Κέιν;
«Η σκηνή μοιάζει καταπληκτικά με το "Blasted" της Κέιν που εκτυλίσσεται σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μέσα στον πόλεμο. Και στον Κλοντέλ το σκηνικό είναι ρεαλιστικό, πολύ συμπαγές, ένα σπίτι γύρω από το οποίο ακούγονται εκρήξεις. Σχεδόν τα πάντα φτάνουν να γίνουν νατουραλιστικά».
Πόσο εύκολο είναι να συνεργάζεστε με ηθοποιούς, που δεν γνωρίζετε τη γλώσσα τους; Δουλεύετε σε όλο τον κόσμο, έως και στην Ιαπωνία, και πρέπει να επικοινωνείτε σε πολύ λεπτά ζητήματα.
«Οταν δεν καταλαβαίνεις τη γλώσσα "ανοίγουν" οι αισθήσεις σου, οξύνεις την όραση, την ακοή και τις υπόλοιπες αισθήσεις σου. Ο Πίτερ Μπρουκ κάποτε είπε "το καλό θέατρο θα το καταλάβεις και σε ξένη γλώσσα". Το ελληνικό θέατρο συχνά οδηγείται από τη γλώσσα από το κείμενο και όχι από την κατάσταση που ένας χαρακτήρας περνά. Υπάρχει μια ζωή κάτω από κείμενο και μια βαθύτητα. Αυτό είναι παγκόσμιο κι αυτό αναζητάς».
Με τους Ελληνες ηθοποιούς πώς δουλεύετε;
«Δουλεύουμε φράση φράση γύρω από το τραπέζι. Δεν αισθάνομαι ότι είμαι με αγνώστους. Ο πυρήνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού βρίσκεται εδώ. Δεν είμαστε τόσο μακριά ο ένας απ' τον άλλο. Κυρίως συζητάμε για τη φιλοσοφική και μεταφυσική πλευρά του έργου. Σε αυτό το πεδίο εισπράττω τη μεγαλύτερη ανταπόκριση από οπουδήποτε αλλού».
Πώς ακούγεται ο Κλοντέλ στα ελληνικά;
«Είναι μια διαφορετική μουσική! Είναι το ίδιο έργο αλλά η ερμηνεία κι ο ήχος διαφέρουν. Ακούγοντας τον Κλοντέλ στη γλώσσα σας προσπαθώ να διακρίνω μεταξύ σωστού και λάθος ήχου».
Ως σκηνοθέτης πρέπει, επομένως, να διαθέτετε «μουσικό» αυτί.
«Φυσικά. Ο σκηνοθέτης δεν είναι καλλιτέχνης από μόνος του. Συνθέτει, ζωγραφίζει λιγάκι αλλά, κυρίως, υπηρετεί ένα κείμενο, είτε είναι Ευριπίδης είτε είναι Τσέχοφ είτε Γέλινεκ - έχω ανεβάσει πολλά κείμενά της. Πρέπει ως σκηνοθέτης να καταλαβαίνεις τον ήχο του έργου και να είσαι αληθινός μαζί του. Αυτό έκανα στην "Αλκηστη", στις "Βάκχες" και πέρσι στον "Οιδίποδα επί Κολωνώ". Ανέβασα τις τραγωδίες χωρίς να προσθέσω κάτι, αναζητώντας όμως τη διασύνδεσή τους με το παρόν, με το σύγχρονο κοινό. Ηθελα να ανοίξω στο θεατή μια είσοδο για να εισέλθει στους κόσμους των συγγραφέων».
Δεν είναι αυτό ακόμη πιο δύσκολο στον «μασίφ» κόσμο της όπερας, όπου διαπρέπετε τα τελευταία χρόνια;
«Στην όπερα δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα. Κι ωστόσο είναι τεράστια η πρόκληση να "ανοίξω" και να ερμηνεύσω μια όπερα 200 χρόνων και να την κάνω να ακούγεται σημερινή. Ομως πάντα γνωρίζω πόση θα είναι η διάρκειά της. Η "Αλκηστη" του Ευριπίδη δεν ήξερα αν θα διαρκέσει 2 ή 3,5 ώρες.
Γι' αυτό το λόγο στο θέατρο είμαστε κι εμείς λίγο συνθέτες». *