Παιδιά μιας εφηβείας-πόλης που μεγάλωνε με τις ραδιοφωνικές επιλογές του Πετρίδη, τα πρώτα βιντεοκλίπ από το «Μουσικόραμα», τα βινίλια του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Σαββόπουλου, του Τσιτσάνη, αλλά και την αντανακλαστική αρνητική αντίδραση των γονιών μας σε κάθε παραδοσιακό ήχο, αργήσαμε ν' αγαπήσουμε το κλαρίνο. Κι όταν το ανακαλύψαμε, ήταν σε μια αντίστροφη διαδρομή, όταν κάποιος μας σφύριξε πως οι δικοί μας παραδοσιακοί οργανοπαίκτες είναι ισάξιοι με πολλούς δεξιοτέχνες της τζαζ. Κι ότι υπάρχουν γυρίσματα και τσαλίμια των πρώτων που συναντούν την παρτιτούρα ή τον αυτοσχεδιαστικό οίστρο των δεύτερων.
Δεν συνέβη το ίδιο με τους νεότερούς μας. Διαφορετικό είδος ακροατών αυτοί, με πιο ανοικτά σύνορα κι άλλες ευκολίες να ανακαλύπτουν τα πιο πρωτοποριακά, εναλλακτικά κι ενδιαφέροντα, δεν πέρασαν περίοδο ψυχροπολεμικών σχέσεων με τη δημοτική παράδοση. Αντίθετα, μάλιστα, απολύτως φυσιολογικά την ενέταξαν στην τεράστια μουσική δημοκρατία ενός κόσμου που ανταλλάσσει μουσικές επιρροές, αναγνωρίζει τους μεγάλους δεξιοτέχνες από όποια ήπειρο κι αν προέρχονται και σπεύδει να ακούσει με το ίδιο ενδιαφέρον και το εντελώς καινούργιο και το αυθεντικά παραδοσιακό.
Γι' αυτό και δεν ήταν καμία έκπληξη η συντριπτικά μεγαλύτερη εκπροσώπηση των 25άρηδων στο κοινό που καταλάμβανε και την παραμικρή γωνιά της «Αυλαίας», της γυαλισμένης και ολοκαίνουργιας μουσικής σκηνής του Βοτανικού (όλο ξύλο και πέτρα, με ήχο υψηλών προδιαγραφών, άψογο εξαερισμό, αεράτη διάταξη στα τραπέζια, ένα μεγάλο φροντισμένο μπαρ κι έναν εργονομικό εξώστη). Μεγάλη Δευτέρα βράδυ, μια εκπνοή του Πετρολούκα Χαλκιά ταξίδευε τα ηπειρώτικα μοιρολόγια από το Βυζάντιο στα τζαζ κλαμπ της Δύσης. Κυριολεκτικά: σ' ένα παλιό «ζαγορίσιο» για την Αλωση της Πόλης, τόσο παλιό που κάποιοι στίχοι του στην πορεία χάθηκαν, ένα γύρισμα του κλαρίνου του Χαλκιά ακούστηκε σαν καθαρόαιμη τζαζ. Τώρα πια βέβαια θα του είναι συνειδητό: στα 20 χρόνια που έζησε αυτός ο σπουδαίος μουσικός στην Αμερική, πολλοί τζαζίστες υποκλίθηκαν στο ταλέντο του κι άλλοι τόσοι αναγνώρισαν στοιχεία του δικού τους ήχου και της δικής τους τέχνης στο κλαρίνο του.
Στα 74 του, ο Χαλκιάς παίζει ακόμα σπουδαία και αβίαστα, σαν να αναπνέει μουσική. Μαζί με τον Μακεδόνα, αλλά αφοσιωμένο εδώ και χρόνια περισσότερο στην Ηπειρο, τραγουδιστή Χρήστο Τζιτζιμίκα κι άλλους δεξιοτέχνες, όπως τον άσο στο βιολί Γιώργο Μαρινάκη και τους Κώστα Μερετάκη (κρουστά), Κώστα Θεοδώρου (κόντρα μπάσο), Κυριάκο Ταπάκη (ούτι) και Βασίλη Τριάντη (λαούτο), έπαιξαν Λαϊκούς Θρήνους και Μοιρολόγια.
Η αφορμή ήταν προφανής: το Πάσχα. Αλλά το ελληνικό Πάσχα όπως πάντα συνδεόταν με την παράδοση, με την ιστορία, με άλλα πιο διονυσιακά στοιχεία, με άλλα πιο προσωπικά, πιο υπερβατικά, πιο ανοιχτών συνόρων από όσα θα υπαγόρευε μια περιχαρακωμένη όψη της πίστης. Κάτι ανάλογο ισχύει μουσικά και με τα παραδοσιακά μοιρολόγια: τα περισσότερα αρχίζουν και τελειώνουν με έναν απροσδόκητα χαρούμενο σκοπό από το κλαρίνο. Υστερα σκέφτεται βέβαια κανείς πως αυτό το μουσικό αίσθημα της χαρμολύπης ήταν πάντοτε σοφό ίδιον λαών με ιστορία.
Με αυτή την έννοια, μουσική, συνεπής με τις ημέρες, είναι η παράδοση που θρηνεί για την Αλωση ή για το Μεσολόγγι ή μοιρολογεί την απώλεια και την απουσία σε όλες της τις όψεις: θάνατος, αλλά και ξενιτιά και χωρισμός. Ετσι τα Θεία Πάθη και η Ανάσταση γίνονται, σε μια φυσική και απόλυτης ελευθερίας διαδικασία, ανθρώπινος πόνος και ελπίδα. Κι αυτόν ακριβώς τραγούδησε η φωνή του Τζιτζιμίκα, συνομιλώντας λυγμικά με το κλαρίνο του Πετρολούκα. Τα ολοκάθαρα γυρίσματα του καλού τραγουδιστή, σε μια μελωδική εκπνοή που και σ' αυτή την περίπτωση μοιάζει να διαρκεί τόσο που να μπορεί να χωρέσει ένα ολόκληρο τραγούδι, πιάνουν τα «άιντε» του λυγμού και του κουράγιου, τα «μωρέ» της ανθρώπινης μοίρας («μωρέ, πλούσιοι και φτωχοί πεθαίνουν και στο ίδιο χώμα μπαίνουν»), τα «αμάν» της οιμωγής.
Ακούγοντας από γνώστες τα δικά μας τραγούδια δεν ανακαλύπτεις μόνο τη μουσική. Ανακαλύπτεις και την εικονοποιία. Η μακεδονίτικη εκδοχή ενός παραδοσιακού, που σε παραλλαγές συνταντάμε σ' όλη την Ελλάδα, παιγμένο στην «Αυλαία» με το επίσης δεξιοτεχνικό κλαρίνο του Βαγγέλη Παπαναστασίου (που διαδέχεται τον Χαλκιά), λέει: «Με γελάσανε τα πουλιά, της Ανοιξης τ' αηδόνια (...) κι έχτισα το σπιτάκι μου ψηλότερο από τ' άλλα. Με 78 πατώματα και 60 παραθύρια. Στο παραθύρι κάθομαι τις στράτες αγναντεύω, βλέπω τον Χάρο να 'ρχεται πά' στ' άλογο καβάλα...». Είναι ζωγραφική για κλαρίνο, βιολί και φωνή. *
«ΑΥΛΑΙΑ» (Αγ. Ορους 15 και Κωνσταντινουπόλεως 115, Βοτανικός. Τηλ. 210-3474074. www.avlea.gr). Τα προγράμματα εναλλάσσονται και ξεκινούν από Δευτέρα έως Πέμπτη στις 10 μ.μ., Παρασκευή και Σάβατο στις 11 μ.μ. και Κυριακή στις 3 μ.μ. Το εισιτήριο εισόδου είναι 7 ευρώ την Κυριακή, 10 ευρώ τη Δευτέρα και τις υπόλοιπες μέρες 12 ευρώ (εξαίρεση το φοιτητικό με έκπτωση 25% επί του εισιτηρίου). Μπουκάλι ουίσκι 70 ευρώ, ποτό στο τραπέζι 8-10 ευρώ.