Εάν κάποτε γκρεμιστεί αυτό το παλιό σπίτι, μαζί του θα χαθεί ένα πολύτιμο κομμάτι της δικής της Αθήνας. Δεν έτυχε ποτέ να διαβεί το κατώφλι της παλιάς αστικής κατοικίας στη γωνία της Χερσώνος με τη Γιάννη Σταθά, στους πρόποδες του Λυκαβηττού, αλλά εδώ η Μαρία Μήτσορα βρίσκει προνομιακό χώρο για να επιδίδεται σε εκείνο το παιχνίδι των παιδικών της χρόνων που δεν εγκατέλειψε ποτέ. «Σκηνοθετώ σκηνές που θα εκτυλίσσονταν πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα τις νύχτες, σκέφτομαι πώς θα ήταν να ζεις εδώ ερωτευμένος, να ακούς μουσική, να γράφεις». Λέει πως αυτό το σπίτι σού επιτρέπει να ονειροπολήσεις, περιέχει μια υπόσχεση ελευθερίας σε αντίθεση με τα σύγχρονα διαμερίσματα, όπου λίγο - πολύ είναι προαποφασισμένο ακόμη και το πού θα βάλεις το κρεβάτι σου γιατί σε περιορίζουν οι πρίζες. «Αν το δεις με μια κάθετη τομή, στις πολυκατοικίες κοιμούνται όλοι ο ένας πάνω στον άλλο, στην ίδια ευθεία. Γι' αυτό βάζω την κρεβατοκάμαρά μου πάντα σε ένα απροσδόκητο σημείο, ώστε να μην τύχει να ξαπλώσω και να φανταστώ ότι ακριβώς από κάτω μπορεί κάποιος να ψυχορραγεί», λέει (και ελπίζω πως δεν έχει καθορίσει για πάντα την τελευταία σκέψη που κάνω πριν κοιμηθώ).
Οσοι έχουν διαβάσει το «Ο ήλιος δύω», ίσως διασχίζουν με προσεκτικά βήματα το στενό πίσω από τον Ευαγγελισμό. «Εκεί τοποθετώ τη δολοφονία της Κλείτας. Εχει ένα βάρος αυτός ο δρόμος, είναι λίγο rue morgue εδώ που τα λέμε. Αυτή η πυκνή βλάστηση κι από τις δύο πλευρές κάνει τη φαντασία να καλπάζει, έχεις την εντύπωση πως πίσω από τα δέντρα εξυφαίνονται μυστηριώδεις, ζοφερές εξελίξεις», εξηγεί την εμμονή που είχε πάντα πως σε εκείνο το σημείο της πόλης θα διαπραχθεί ένας φόνος. Το σώμα του συγγραφικού έργου της φέρει πάντα βαθιά τα σημάδια του αστικού τοπίου. Η Μήτσορα έχει εμπλουτίσει το αφήγημα της Αθήνας με το ιδιαίτερο, προσωπικό βλέμμα της σε εκείνες τις γωνιές της πόλης που πυροδοτούν τη φαντασία της.
Πού είναι η Στοά του Πιγκουίνου;
Παραπονείται, όμως, πως έχει χάσει μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις που παλαιότερα της παρείχαν οι ατέλειωτες βόλτες στους δρόμους της πόλης - να περπατάει ανάμεσα σε κτίρια που σε προκαλούν να φανταστείς πως μέσα τους συμβαίνει κάτι μυστηριώδες. Σήμερα δεν της αρέσει καθόλου η Αθήνα που μοιάζει να εχθρεύεται και να καταστρέφει οτιδήποτε θυμίζει το παρελθόν της. «Δεν λέω πως θα έπρεπε να διατηρηθούν όλα τα παλιά κτίρια, αλλά θα μπορούσαμε να είμαστε πιο προσεκτικοί ως προς το τι κρατάμε και τι γκρεμίζουμε, όπως συμβαίνει σε άλλες πόλεις του κόσμου». Η Μήτσορα υποψιάζεται πως αντιμετωπίζουμε την Αθήνα λες και σε αυτή την πόλη ζούμε σε ένα αέναο παρόν. «Αλλά μόνον ο Θεός και τα ζώα ζουν σε ένα αέναο παρόν. Ο άνθρωπος χρειάζεται ισόποσες δόσεις από παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κι όσο για το παρόν αυτής της πόλης, είναι πολύ φτωχό, αφού δεν το φωτίζει τίποτε από το παρελθόν και κανένα φως προς το μέλλον», λέει.
Οταν τη ρωτάω τι είναι εκείνο που περισσότερο της λείπει από την Αθήνα, η Μήτσορα λέει πως δεν ξέρει από πού να αρχίσει. «Σίγουρα, πάντως, μου λείπει το σιντριβάνι της Ομόνοιας. Γιατί το καλοκαίρι μού θύμιζε λίγο Ντόλτσε Βίτα», κάνει έναν σινεφίλ συνειρμό. «Και η Στοά του Πιγκουίνου», προσθέτει, «μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το όνομα». Αντιμέτωπη με το κενό βλέμμα μου, εξηγεί πως μιλάει για μια μικρή στοά κοντά στην Ομόνοια, όπου ήταν άλλοτε συγκεντρωμένα τα καταστήματα που πουλούσαν ψυγεία. «Οπότε φανταζόμουν πως ακόμη και τις πιο ζεστές μέρες του καλοκαιριού, εκεί έκανε πολικό ψύχος», λέει και εισάγει τώρα στη δική μου μυθολογία της Αθήνας μια χαμένη στοά όπου φαντάζομαι πως είχε το αρχηγείο του ο ορκισμένος εχθρός του Μπάτμαν.
Τα μυστήρια των Αθηνών
Το πινγκ πονγκ των συνειρμών είναι αποδοτικό ως προς τη γνωριμία μου με ένα ακόμη μυστικό της πόλης: «Στο βάθος μιας από τις στοές στην Αριστείδου, υπάρχει δίοδος που σε βγάζει σε μια μεγάλη έκταση με υπόγεια περάσματα. Εκεί δεν φτάνει ποτέ το φως της μέρας, θα 'λεγες πως είναι τα μυστήρια των Αθηνών», περιγράφει αυτόν το σκοτεινό τόπο που έχει βρει τη θέση του σε ένα από τα διηγήματά της.
Καθώς επιστρέφουμε στην επιφάνεια της πόλης, η Μήτσορα μου μιλάει για τη γοητεία που της ασκούσαν πάντα οι στοές. «Αισθάνεσαι πως εκεί θα κλείσεις περίεργα ραντεβού, πως θα μπεις από τη μια μεριά και μέχρι να φτάσεις στην άλλη άκρη θα έχεις γυρίσει ανάποδα μια μπέρτα, θα έχεις βάλει περούκα και θα είσαι κάποιος άλλος», λέει. Κάτω από το αδυσώπητο φως της ημέρας, λίγα σημεία της πόλης τής αρέσουν ακόμη. Πού της αρέσει να κάνει βόλτες; Στα Αναφιώτικα, σε κάποιες γωνιές στο Θησείο, γύρω από τις γραμμές του τρένου στην Κωνσταντινουπόλεως και στο Α' Νεκροταφείο, «στη φιλοσοφική πόλη», όπως λέει. «Περπατάς εκεί και θέλεις - δεν θέλεις, σκέφτεσαι λίγο το κενό της ύπαρξης, το ενδεχόμενο των μετεμψυχώσεων, ότι μπορεί κάποιοι φίλοι σου που είναι θαμμένοι εκεί να έχουν μετεμψυχωθεί στις γάτες που τριγυρίζουν ανάμεσα στα μνήματα» - η ίδια τα πηγαίνει πολύ καλά με τις γάτες, λέει γελώντας. *