* Persona. Σουηδία, 1966. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Ηθοποιοί: Μπίμπι Αντερσον, Λιβ Ούλμαν, Γκιούναρ Μπιόρνστραντ, Μαργκαρέτα Κρουκ. 85 λεπτά.
 Μπίμπι Αντερσον και Λιβ Ούλμαν στην ταινία του Ινγκμαρ Μπέργκμαν «Περσόνα» |
***** Επανέκδοση της αριστουργηματικής ταινίας του Μπέργκμαν γύρω από μία νοσοκόμα που βοηθά μια διάσημη ηθοποιό ν' αναρρώσει από ένα νευρικό κλονισμό που την έχει καταστήσει ανίκανη να μιλά. Εικαστικά λαμπρή, με έξοχες ερμηνείες.
ΗΕλίζαμπεθ (Ούλμαν) είναι διάσημη ηθοποιός του θεάτρου που ξαφνικά σταματά στη μέση μιας παράστασης της «Ηλέκτρας» κι αρνείται να μιλήσει. Ο γιατρός τη στέλνει ν' αναρρώσει στο εξοχικό παραθαλάσσιο κτήμα της, συντροφιά με τη νοσοκόμα Αλμα (Αντερσον), που αναλαμβάνει να τη βοηθήσει να ξεπεράσει το νευρικό κλονισμό της. Για να την κάνει να αντιδράσει, η Αλμα μιλάει ασταμάτητα, φτάνοντας τελικά σε σημείο να της εξομολογείται τα δικά της μυστικά - μαζί κι ένα ερωτικό δεσμό της. Αποτέλεσμα: σταδιακά οι προσωπικότητές τους αρχίζουν να συγχωνεύονται, με την Αλμα να αποκαλύπτεται το ίδιο «ασθενής» με την Ελίζαμπεθ.
«Εν αρχή ην το φως», μας λέει ο Μπέργκμαν στη θαυμάσια αυτή ταινία του, που κυκλοφορεί σε επανέκδοση και με κάποιες συμπληρωματικές σκηνές που φαίνεται να έλειπαν από την πρώτη βερσιόν που κυκλοφόρησε το 1966. Ισως, το φως της οθόνης του κινηματογράφου στα πρώτα χρόνια της ανακάλυψής του, όπως εισηγείται το ξεκίνημα της ταινίας (με το φιλμ να ξετυλίγεται στη μηχανή προβολής και τα κομμάτια από τις βωβές κωμωδίες), ο κινηματογράφος που ξαφνικά «σταματά» στη μέση της ταινίας, όταν η σκηνή γίνεται μαύρη, μέχρι το φινάλε, όταν τα τελευταία μέτρα φιλμ ξετυλίγονται από τη μηχανή προβολής και βλέπουμε σ' ένα πλάνο το συνεργείο με τον ίδιο τον Μπέργκμαν.
Για πρώτη, και τελευταία, φορά ο Μπέργκμαν κάνει μια τόσο άμεση αναφορά στον κινηματογράφο, που σε κάνει να διερωτάσαι: Γιατί αυτός ο τρόπος; Μήπως μας μιλάει για την τέχνη του; Κι αν καλοσκεφτείς την ιστορία αυτή, άνετα θα μπορούσε να ισχύσει για τον κινηματογράφο και γενικότερα την τέχνη. Η συγχώνευση που παρακολουθούμε των δύο προσώπων (με το διευθυντή φωτογραφίας Σβεν Νίκβιστ να τονίζει τις ομοιότητες ανάμεσα στις δύο γυναίκες, δημιουργώντας μια εκπληκτικά όμορφη, ανεπανάληπτη σκηνή, που δεν έπαψε να εντυπωσιάζει μέχρι και σήμερα), το πέρασμα από τη μία στην άλλη με εικόνες σχεδόν εφιαλτικές, η οδυνηρή ψυχική διείσδυση (το ότι η νοσοκόμα λέγεται Αλμα, δηλαδή ψυχή, δεν είναι τυχαίο), θα μπορούσαν να αναφέρονται στην οδυνηρή διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας - και ξέρουμε πόσο οδυνηρή (μαζί βέβαια και ευχάριστη) είναι για ένα σκηνοθέτη η διαδικασία του γυρίσματος μιας ταινίας.
Ο Μπέργκμαν χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που του διαθέτει η τέχνη του για να συνθέσει αυτό το μουσικό «ψυχόδραμα», μια πανέμορφη μουσική δωματίου, με σκηνές ονείρου, με φλας-μπακ, με επίκαιρα στην τηλεόραση που αναφέρονται στον πόνο (ο βουδιστής μοναχός που αυτοπυρπολείται, φωτογραφίες από το γκέτο της Βαρσοβίας), με τρεις μονολόγους, ο καθένας καλύτερος από τον άλλο (το σεξ της Αλμα στην πλαζ σε αντίστιξη με εκείνο γύρω από το μωρό της Ελίζαμπεθ που γεννήθηκε παραμορφωμένο). Μια ψυχική «εμπειρία» που πλάθεται σταδιακά μέσα από εικόνες, μνήμες, αναφορές, κι όπου κύριο στοιχείο παραμένει η ποίηση.