Σκάνδαλα ξεσπάνε παντού. Πολιτικά, διατροφικά, καλλιτεχνικά, δημοσιογραφικά. Γιατί, λοιπόν, να μην ξεσπάσει και ένα βαρβάτο λογοτεχνικό σκάνδαλο; Αυτή τη στιγμή η Νο1 αποκάλυψη στους συγγραφικούς κύκλους της Αμερικής -και όχι μόνο- είναι τα απομνημονεύματα «μούφες». Βιβλία που κυκλοφορούν σαν ατόφια αλήθεια, βγαλμένα από τη ζωή, που λένε τα πράγματα όπως ακριβώς έγιναν και όχι όπως θα έπρεπε ή θα θέλαμε να είναι. Ο σκοπός είναι το «ριάλιτι», όπως το βλέπουμε στην τηλεόραση, στις απογευματινές κουσκουσιάρικες ζώνες, στα σόου του εγκλεισμού και τα ρεπορτάζ της κρυφής κάμερας.
 Ο... ευφάνταστος Τζέιμς Φρέι και αριστερά το επίμαχο βιβλίο |
Εννοείται βέβαια ότι η «αλήθεια» που περιγράφεται στις σελίδες του βιβλίου καλά θα κάνει να είναι θεαματική, σκληρή, ακραία. Ναρκωτικά, πορνεία, βία, φυλακή, παρανομία, ανορθόδοξο σεξ και μια άθλια παιδική ηλικία με μπόλικη κακομεταχείριση είναι απαραίτητα συστατικά. Επειδή όμως η σούπερ-έξτρα πραγματική πραγματικότητα πουλάει καλύτερα με χάπι-εντ, ο ήρωας πρέπει, αφού πιάσει πάτο, να αναδυθεί στην επιφάνεια μέσα από μια συγκινητική ιστορία λύτρωσης και μετάνοιας.
Κάπως έτσι πάει το στόρι στην πολύκροτη «αυτοβιογραφία» του 35χρονου Τζέιμς Φρέι «One Million Pieces», που εδώ και 3 χρόνια βρίσκεται στις λίστες των μπεστ σέλερ. Ειδικά τη χρονιά που μας πέρασε πούλησε 1.770.000 αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ, και έγινε το δεύτερο πιο πετυχημένο βιβλίο μετά τον Χάρι Πότερ. Μεγάλο μέρος από τη φήμη του το οφείλει στο «Book Club» της δημοφιλέστατης Οπρα Γουίνφρεϊ, η οποία το εκθείασε.
Πρόσφατα έσκασε η είδηση ότι ο Φρέι, που ήδη έχει εκδώσει άλλο ένα βιβλίο, επίσης μπεστσέλερ, έχει παραποιήσει αρκετά από τα στοιχεία των «απομνημονευμάτων» του, φουσκώνοντάς τα όσο δεν παίρνει. Με μια «έρευνα» στα αστυνομικά αρχεία οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ τού «Smoking Gun» (ιστοσελίδα «παρασκηνίου και κουτσομπολιού») ανακάλυψαν ότι ο Φρέι ούτε καταζητούμενος σε 3 πολιτείες έχει υπάρξει, όπως υποστήριζε, ούτε μπάτσους έχει δείρει, μόνο λίγες ώρες στο κρατητήριο έχει περάσει επειδή οδηγούσε μεθυσμένος. Με βάση το «ρεπορτάζ» στήθηκε ένα ολόκληρο κατηγορητήριο, που ούτε λίγο ούτε πολύ τον καταδικάζει ως πλαστογράφο που παραπλάνησε το αναγνωστικό κοινό. Τα ΜΜΕ γέμισαν με άρθρα καταγγελίας, τα τηλέφωνα του εκδοτικού οίκου πήραν φωτιά, η Οπρα κλήθηκε να απολογηθεί, ο ίδιος ο συγγραφέας, αφού λούφαξε για λίγο, εμφανίστηκε στο σόου του Λάρι Κινγκ σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του: «Μόνο λίγες σελίδες στην αρχή και στο τέλος έχω αλλάξει. Τα υπόλοιπα είναι αλήθεια, πιστέψτε με».
Τι μας νοιάζει αν τα έζησε ή αν πουλάει παραμύθια της Χαλιμάς εφόσον το βιβλίο είναι καλό, θα αναρωτηθείτε. Κι όμως, εκεί ακριβώς είναι το ζουμί της υπόθεσης. Αυτό που αγοράζει ο αναγνώστης δεν είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο αλλά μια φέτα ζωής, αυτό που πουλιέται δεν είναι το συγγραφικό ταλέντο αλλά η προσωπικότητα του συγγραφέα. Και όταν αυτός αποδειχτεί βαρόνος Μιγχάουζεν, το κοινό που διψά για αίμα και άλλα υγρά ζητά τα λεφτά του πίσω.
Το σκάνδαλο που ξεκίνησε με τον Φρέι, επανέφερε στη δημοσιότητα την περίπτωση του «συγγραφέα - φάντασμα» Τζ. Τ. Λίροϊ, που πραγματοποιεί μια ένδοξη συγγραφική καριέρα ως «πρώην ανήλικος πόρνος, ναρκομανής, τρανσέξουαλ και φορέας του AIDS». Με το ένα και με το άλλο, αποδεικνύεται ότι ο Λιρόι δεν είναι απλώς άλλος ένας «Τόμας Πίντσον» (ο διάσημος συγγραφέας-φάντασμα του 20ού αιώνα), αλλά μια πελώρια φάρσα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, ο Λιρόι είναι ένας εξ ολοκλήρου πλασματικός χαρακτήρας, που επινοήθηκε ως «βιτρίνα» από ένα ζευγάρι αποτυχημένων μουσικών, τη Λόρα Αλμπερτ και τον Τζέφρι Κνουπ.
Στην περίπτωση αυτή τα πράγματα είναι λίγο πιο ζόρικα, καθώς δεν πρόκειται για ένα ψεματάκι, αλλά για ένα ανύπαρκτο ον που πούλησε την ανύπαρκτη σπαραξικάρδια ιστορία του σε εκατομμύρια αναγνώστες. Ηδη η ιστοσελίδα του βιβλιοπωλείου Amazon έχει πλημμυρίσει από γράμματα αγανάκτησης «ξεγελασμένων» αναγνωστών, και κάνα δυο-τρία γράμματα συμπαράστασης στους έξυπνους φαρσέρ.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Στο παρελθόν έχουν υπάρξει ουκ ολίγες συγγραφικές φάρσες, ενώ μία από αυτές περιγράφεται στο βραβευμένο βιβλίο του Αυστραλού Πίτερ Κάρεϊ «Ο πλαστογράφος». Η διαφορά με τη σημερινή κατάσταση είναι ότι οι επινοημένες περσόνες είναι κομμένες και ραμμένες στα μέτρα της τηλε-πραγματικότητας, αντλούν την «αλήθεια» τους κατευθείαν από τις γυάλινες ιστορίες τρόμου και διαφθοράς που βλέπουμε ως τάχα πραγματικές στις οθόνες μας. Αν κάποτε διηγούμασταν παραμύθια αναζητώντας όψεις της αλήθειας, σήμερα καταναλώνουμε μανιωδώς θραύσματα «αλήθειας» καταπίνοντας αμάσητα τα πιο τερατώδη ψέματα. Οι ξεφωνημένοι «πλαστογράφοι» των μπεστ σέλερ δεν είναι τα σάπια μήλα στο καλάθι, αλλά η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα της εικονικής πραγματικότητας του καλοσκηνοθετημένου ψεύδους.