Οι Εβραίοι, πριν πεθάνουν, έστρεφαν το πρόσωπό τους προς τον τοίχο. Οι macho κάνουν το ίδιο για να επιβιώσουν.
Πράγματι, στον ορίζοντα του λάιφστάιλ, δηλαδή του μεταμοντέρνου κόσμου, δεσπόζει μια φαινομενικά ρωμαλέα περιφρόνηση όλων ανεξαιρέτως των μορφών ευαισθησίας, και πρωτίστως του ανθρώπινου πόνου και της συντριβής που αυτός προκαλεί. Στην κοινωνική του αναπαράσταση, ο πόνος παρουσιάζεται σαν κάτι αλλεργικό, κάτι απέναντι στο οποίο δεν νοείται άλλη αντίδραση από την υπερδραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος της συνείδησης του υποκειμένου, δηλαδή, για να το πούμε ωμά, του συστήματος προσποιήσεων. Το κύκλωμα διακόπτεται. Το παιγνίδι των ρόλων δεν ανέχεται την τρυφερότητα και η παραμικρή έκφραση καλοσύνης, φέρ' ειπείν, ισοδυναμεί με το ατόπημα του να είσαι ανυπόφορα ντεμοντέ. Το λάιφστάιλ δεν είναι συμβατό με τις συγκινήσεις. Αυτό υπήρξε το κρυφό νόημα του σλόγκαν Οχι πια δάκρυα. Αναγγέλλεται εδώ ο νέος τύπος ανθρώπου, εκείνος που ξαμολήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '80 για να μας θυμίσει ότι η ζωή είναι ήταν ένα θανάσιμο νόσημα μεταδιδόμενο με τη σεξουαλική επαφή.
Ετσι το λάιφστάιλ καλωσόρισε τη σκληρότητα και παρήγαγε απίθανους συνδυασμούς μιας άκαμπτης και προσβλητικής μοχθηρίας με την πλακατζίδικη επίδειξη ανοχής σε όλων των είδων τις ακρότητες. Τα πιο διάσημα ανάμεσα στα έντυπα αυτής της πάλαι ποτέ πρωτοπορίας, φέρ' ειπείν το Max ή το Nitro, χοροστάτησαν συστηματικά σε μια θεαματική συναίρεση ανυποχώρητης επιθετικότητας και χιουμοριστικής μεγαλοψυχίας. Ο διαρκής αστεϊσμός που προώθησαν ήταν συνάμα βάναυσος και απαλός, σκαιός και επιπόλαιος, καυστικός και αερολόγος, απότομος και υποτονικός. Οπως τα εξελιγμένα αθλητικά παπούτσια ή τα νέας γενιάς εξαρτήματα των ιπτάμενων και θαλάσσιων σπορ, που φαντάζουν μεγαλοπρεπώς ενισχυμένα και ανθεκτικά σαν πανοπλίες ενώ ζυγίζουν όσο και ένα φακελάκι τσαγιού, η φιλολογία του lifestyle οφείλει εξίσου την ακροαματικότητά της στην τραχύτητα και σ' ένα μαλθακό πνεύμα ανοησίας του νηπιαγωγείου, εντελώς άκακης.
Το κάθε ξεχωριστό editorial το επιβεβαιώνει. Στα άρθρα και τα ρεπορτάζ, πόσο μάλλον στις χιλιάδες λεζάντες, η βία αποκτά κάτι το αδιαπραγμάτευτο, ανεξαρτήτως του χαλαρού λογοτεχνικού της design και της περιεκτικότητάς της σε μικροφυσαλίδες αέρα. Ακόμη χειρότερα, η ίδια η ιδέα τού να είσαι νέος γίνεται εκεί συνώνυμη της ικανότητας προπηλακισμού όσων αντιστέκονται στον πειρασμό να παλιμπαιδίσουν ενώ, παράλληλα, αυτοί εκθειάζονται σαν ενδιαφέροντα ανθρωπολογικά μνημεία της Ιστορίας του 20ού αιώνα. Νοσταλγία και απέχθεια συμβαδίζουν.
Αυτή η γλωσσική βία, σε ίσες δόσεις ανάμεικτη με τη διάθεση των φανατικών να θεωρούν, πρώτοι εκείνοι, τον φανατισμό τους ανούσιο, ανώδυνο και ανώφελο, διατρέχει όλο το οπτικοακουστικό φάσμα του λάιφστάιλ παραληρήματος και, μαζί, τη μη συζητήσιμη πεποίθηση ότι τα πάντα προσφέρονται δωρεάν και, επομένως, η τελικότητά τους έγκειται στο ότι επιτρέπεται να τσαλαπατηθούν. Η ειρωνεία που διαποτίζει τον κόσμο, με την έννοια ότι όλοι ξέρουν ή διαισθάνονται πως τίποτα δεν είναι αληθινό ή άξιο λόγου, γίνεται σαρκασμός και εκμηδενίζει ό,τι απέμεινε, ακριβώς τη στιγμή που δεν απέμεινε τίποτα να εκμηδενιστεί.
Ετσι, η υποτιθέμενη σκληρότητα, που αντηχεί στις εμπροσθοφυλακές του λάιφστάιλ, είτε με την οξύτητα των χλευασμών είτε με την άμεση έκφραση της λατρείας του παγερού και δίχως ίχνος πνευματικότητας φασιστικού αυτοματισμού, πρέπει να γίνει αντιληπτή σαν αντιρρόπηση της αγωνίας που προκαλεί η παντελής έλλειψη περιεχομένου ενός τέτοιου μοντέλου. «Είναι η κοινωνία μας. Αυτό είμαστε. Είναι ωραίο και γυμνό», όπως αποφάνθηκε ο Γουόρχολ. Παραδόξως, η αναγνώριση του ταυτολογικού χαρακτήρα του κόσμου κάνει έναν ειρηνιστή σαν τον Γουόρχολ επικίνδυνα στυγνό, διότι ο κόσμος που περιγράφει δεν συμβολίζει πλέον τίποτα, κι έτσι ο μηδενισμός γίνεται ακαταμάχητος και θανατηφόρος.
Καθώς σβήνει ο κόσμος όλων αυτών των ειδώλων και των ακτινοβολιών, καθώς αποδεικνύεται άυλος, φασματικός και ουσιαστικά ανυπόστατος, ενθαρρύνει έναν αντιπερισπασμό που θα του προσδώσει σταθερότητα και πυκνότητα. Τώρα, οι δυο διαστάσεις συγχωνεύονται. Ειδικά επειδή το σύμπαν των ψηφιακών φαντασιώσεων και των ολογραμμάτων είναι μια τυχαία ροή πληροφόρησης, μια συμπτωματική αλληλουχία συνειρμικών αφετηριών, απαιτεί έναν τόνο σκληροπυρηνικό. Ακριβώς επειδή είναι τόσο ασπόνδυλο και τόσο εύκολα διαπερατό, τόσο ασταθές και ρευστό, η κατοίκησή του προϋποθέτει ένα είδος εξωτερικής σκλήρυνσης του υποκειμένου, κάτι σαν ριζική απονεύρωση των ψυχικών αισθητηρίων.
Ιδού λοιπόν σε τι ανθίσταται σιωπηρά ο πραγματικός πόνος: στη σκληρότητα που καλλιεργείται από τον αρσενικό ήρωα του λάιφστάιλ σαν κάλυψη προκειμένου ο τελευταίος να αντέξει τον παιδικό τρόμο από την απόλυτη έλλειψη θεμελίων της καινούργιας κατάστασης. Επιπλέον, θα έλεγα το ίδιο με διαφορετικά λόγια, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για τη σκληρότητα που απορρέει απ' την επίγνωση ότι η μόνη δυνατή στάση απέναντι στα γεγονότα είναι η αδιαφορία, η βύθιση στην άβυσσο της καταλυτικής περιφρόνησης για τις συνέπειες αυτού που λέμε ή κάνουμε.
Εν ολίγοις, η σκληρότητα του λάιφστάιλ, ολοφάνερα, είναι αυτής της κενότητας. Απόδειξη ο θρίαμβος του συστήματος των δύο πόλων, on/off και in/out, αυτή η τρέλα της επιλογής αποκλειστικά στο δυαδικό σύστημα, όπου οι διαβαθμίσεις έχουν ακυρωθεί. Και ούτω καθεξής. Π.χ., όσο πιο ανησυχητική μοιάζει η σύγκλιση των δύο φύλων, τόσο πιο επιτακτικά υποχρεώνεται το στιλ της εποχής να επανεισάγει το πρότυπο ενός ακραίου ανδρισμού που βάλει χαιρέκακα, όσο και μετωπικά, ενάντια σε ό,τι κινείται. Το άφυλο πρότυπο πλημμυρίζει με τεστοστερόνη.
Ασφαλώς δεν πρόκειται για γνήσιο ανδρισμό, αλλιώς δεν θα επέμενε, ντε και καλά, να διατυμπανίζει τη μαχητική του φύση με πολεμικές μεθόδους. Στην ουσία, πίσω απ' αυτό το νεκραναστημένο αντρικό πρότυπο φέγγει θαμπά η κοπελίτσα του περιοδικού Seventeen, με τις εκκωφαντικές σωματικές της ανάγκες και με τη συλλογή των γκάτζετ και των αναμνηστικών της, τη λατρεία του βιντεοκλίπ και του κινητού τηλεφώνου, τη φροντίδα για τα ρούχα της και τα ρίγη της θηλυπρεπούς προσκόλλησης στις μικροφημολογίες. Τέτοιος είναι και ο καινούριος άντρας ο οποίος, έχοντας λησμονήσει μαζί με όλα τα υπόλοιπα και το αυθεντικό μερίδιο της θηλυκής του φύσης, αλλά μην μπορώντας να απεμπλακεί από το αίτημά της, την υποβαθμίζει σε γελοιογραφία και γίνεται, ο ίδιος, μείγμα τσαμπουκαλή και κορασίδας.
Στο κείμενο της προπερασμένης Κυριακής, η φράση «διαστροφική αποκτήνωση κ.λπ.» πρέπει να διαβαστεί «διατροφική αποκτήνωση...». Μικρό το κακό!