Ενας οδοντίατρος εισάγεται στο νοσοκομείο για εγχείρηση προστάτη. Με τη μόνιμη έγνοια του «να μην πάει αδιάβαστος», ο ίδιος θα προτιμούσε να μείνει μόνος με μερικά βιβλία - ακόμα κι εκείνα που του διάλεξε η γυναίκα του: «Οταν σκέφτομαι το θάνατο» του Κικέρωνα, «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» του Ντοστογέφσκι, «Πέρα από το σημείο αυτό το εισιτήριό σας δεν ισχύει πια» του Ρομέν Γκαρί... Ομως όλοι οι άλλοι δεν λένε να του το επιτρέψουν: συγγενείς, φίλοι και συνάδελφοι, ο ένας μετά τον άλλο ή, ακόμα χειρότερα, ο ένας μαζί με τον άλλο, παρελαύνουν μπροστά του για να τον παρηγορήσουν όρθιοι που εκείνος είναι ξαπλωτός.
Είναι το θέμα του καινούριου βιβλίου του Δημήτρη Γκιώνη, «Χωρίς προστάτη» (εκδ. «Καστανιώτη»), ο καμβάς για ένα απρόβλεπτο αφήγημα που, όπως εύστοχα γράφει το οπισθόφυλλο, «διαβάζεται σαν μάθημα ανατομίας της ελληνικής κοινωνίας και, ταυτόχρονα, σαν εκτενές ανέκδοτο, όπου το παράδοξο και το γελοίο αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος».
Δεν είναι η πρώτη φορά: η ελληνική κοινωνία είναι πάντα συμπρωταγωνίστρια, ακόμα και στα πιο προσωπικά βιβλία του Δημ. Γκιώνη. Καθρεφτίζεται στις σελίδες μέσ' από τα μάτια του παιδιού που βλασταίνει μες στ' αγκάθια της επαρχίας της δεκαετίας του '40, στο «Τώρα θα δεις». Του νεαρού που μαθαίνει να μοχθεί και μοχθεί για να μαθαίνει στην Αθήνα της δεκαετίας του '50, στο «Περίπτερο». Του μεσήλικα που αφηγείται ιστορίες από τέσσερις δεκαετίες μιας ζηλευτής δημοσιογραφικής καριέρας στο «Ετσι κι αλλιώς...» (επίσης απ' τις εκδόσεις «Καστανιώτη»).
Από την αγριότητα του Εμφυλίου και την πολιτιστική άνοιξη του '60, ώς τη μεταπολιτευτική έξαρση και τη μεταμοντέρνα έκπτωση, η νεοελληνική ιστορία μας παρουσιάζεται σ' αυτά τα αφηγήματα όχι με τις σκονισμένες επίσημες κορνίζες της, αλλά μέσ' από τα ελαφρά ή βαθιά ίχνη που εξακολουθεί ν' αφήνει γύρω μας και μέσα μας. Και δεν είναι τυχαίο που όλα έχουν κάνει πολλές εκδόσεις, ενώ ειδικά το «Τώρα θα δεις» έχει φτάσει τις 26 και τώρα κυκλοφορεί και στα γαλλικά (από τον οίκο Desmos σε μετάφραση Ιζαμπέλ Τλούπας).
Ομως, παρ' όλη την ευαισθησία και την ενάργεια με την οποία καταγράφεται, η ελληνική κοινωνία είναι μια συμπρωταγωνίστρια που δεν κλέβει την παράσταση. Επίκεντρο κάθε βιβλίου είναι στην πραγματικότητα ένας άνθρωπος που ζει παράλληλα την προσωπική του ιστορία, μετρώντας τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις, τα καλωσορίσματα και τους αποχαιρετισμούς, που θέλει πάνω απ' όλα μια ζωή με αληθινό αίσθημα και νόημα - κάποιος που έχει πολλά κοινά με τον συγγραφέα.
Το πόσο πασχίζει ο ίδιος να μη φορτώσει τον ρόλο του είναι φανερό σε κάθε του σελίδα: η γραφή του είναι άμεση, λιτή, απομυθοποιητική, το χιούμορ υπαινικτικό, στεγνό. «Του άρεσε να καυχιέται ότι τον έφτιαξε η στέρηση», γράφει για τον ήρωα του καινούριου του βιβλίου. Ταιριάζει και στη γραφή του. Κι όμως, την ίδια στιγμή, αυτή η γραφή δεν θα μπορούσε να 'ναι περισσότερο προσωπική: ο Δημ. Γκιώνης χρησιμοποιεί συχνά λέξεις που περιέχουν τη φύση και την επαρχία. Μυρίζουν χώμα και νερό, αλλά δεν έχουν τίποτα φολκλορικό, γιατί ξαναμπλέκουν επιδέξια στο νου ενός ανθρώπου που δεν παύει ν' αμφισβητεί ακόμα κι ό,τι αγαπά. Απομυθοποιεί, εξάλλου, τους μύθους που πίστεψε κι ο ίδιος. Αυτό που ποτέ δεν απομυθοποιεί, αυτό που, αντίθετα, πάντοτε τηρεί, όχι μόνο στη λογοτεχνική, αλλά και στη δημοσιογραφική πορεία του, που, πολλοί από μας έχουμε την τύχη να ζούμε μαζί του, είναι το παράδειγμα ενός ανόθευτου ψυχισμού: να έχεις λίγα και να μοιράζεσαι πολλά.