Τον Μάρτιο του 1977, οχτώ χρόνια μετά την άγρια δολοφονία της εγκύου νεαράς συζύγου του, Σάρον Τέιτ, από μέλη της παρανοϊκής οργάνωσης του Τσαρλς Μάνσον, ο Ρόμαν Πολάνσκι βρισκόταν και πάλι ενώπιον της αμερικανικής δικαιοσύνης. Κατηγορούμενος αυτή τη φορά για το βιασμό της 13χρονης Σαμάνθα Γκέιμερ, ενός επίδοξου ανήλικου μοντέλου, το οποίο προσέγγισε τον πολωνικής καταγωγής σκηνοθέτη κατόπιν προτροπής της μητέρας της. Σύμφωνα με τα όσα συνέβησαν σε εκείνο το μοιραίο ραντεβού, ο Πολάνσκι συναντήθηκε με την κοπέλα στο σπίτι του φίλου του, Τζακ Νίκολσον, ο οποίος απουσίαζε σε διακοπές και, αφού την πότισε έναν συνδυασμό σαμπάνιας και ηρεμιστικών χαπιών, επιδόθηκε, σύμφωνα με τη μετέπειτα κατάθεση του κοριτσιού, σε στοματικό σεξ και σοδομισμό.
Το πρωί της 11ης Μαρτίου 1977, ο σκηνοθέτης συλλαμβάνεται στο λόμπι του ξενοδοχείου «Beverly Wilshire», με την αστυνομία του Λος Αντζελες να του αποδίδει τις κατηγορίες του βιασμού, του σοδομισμού και της προσφοράς ναρκωτικών σε ανήλικο. Η ποινή φυλάκισης που επιφέρουν τέτοιες κατηγορίες υπολογίζεται στα πενήντα χρόνια και ο δικαστής Λόρενς Ρίτενμπαντ, που αναλαμβάνει την υπόθεση, βεβαιώνει τους πάντες ότι θα κάνει οτιδήποτε είναι δυνατόν προκειμένου να αποδώσει στον σκηνοθέτη την ποινή αυτή. Ο Πολάνσι δηλώνει «ένοχος» μόνο στην κατηγορία της παράνομης σεξουαλικής επαφής με ανήλικο, αλλά αρνείται κατηγορηματικά την κατηγορία του βιασμού.
Σαράντα δύο μέρες μετά τον εγκλεισμό του για ψυχιατρική παρακολούθηση, στο αποκορύφωμα της υστερίας του τύπου και κρίνοντας ότι η ετυμηγορία των πάντων γέρνει συντριπτικά εναντίον του, ο Ρόμαν Πολάνσκι κατορθώνει, με την οικονομική βοήθεια του μεγαλοπαραγωγού Ντίνο ντε Λαουρέντις, και διαφεύγει αεροπορικώς για τη Γαλλία, όπου και εξακολουθεί να ζει μέχρι σήμερα. Αν επιχειρούσε ποτέ να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αστυνομία είχε εντολή να τον συλλάβει επιτόπου στο αεροδρόμιο.
Το 2002, εντούτοις, που ο «Πιανίστας» κυκλοφορεί στις αίθουσες και κερδίζει απανωτά τους επαίνους της κριτικής, το Χόλιγουντ αποφασίζει να τιμήσει τον δημιουργό με μια υποψηφιότητα για το Οσκαρ σκηνοθεσίας. Λίγες μέρες πριν από τη βραδιά της απονομής που έμελλε να χαρίσει τελικά στον Πολάνσκι το πρώτο χρυσό αγαλματίδιο της καριέρας του, η Σαμάνθα Γκέιμερ αποφάσισε να λύσει τη μακροχρόνια σιωπή της και εμφανίστηκε στην εκπομπή του Λάρι Κινγκ στο CNN, ζητώντας να επιτραπεί στον Πολάνσκι να επιστρέψει επιτέλους στην Αμερική. Παντρεμένη, μητέρα τριών παιδιών και μόνιμη κάτοικος της Χαβάης πλέον, η Γκέιμερ φανέρωνε την επιθυμία της να κλείσει οριστικά η υπόθεση και να ξεχαστούν τα πάντα, δηλώνοντας ότι «ο κόσμος θέλει να με βλέπει να εκφράζω διαρκώς το μίσος μου για τον Πολάνσκι. Ειλικρινά όμως, δεν αισθάνομαι καθόλου έτσι απέναντί του».
Βλέποντας τη συγκεκριμένη εκπομπή, η ντοκιμαντερίστας Μαρίνα Ζένοβιτς αντίκριζε μεμιάς το θέμα της επόμενης ταινίας της. Ανοίγοντας και πάλι τα πρακτικά της πολύκροτης υπόθεσης, διεξάγοντας συνεντεύξεις με τους βασικούς πρωταγωνιστές της - μεταξύ των οποίων τον κατήγορο και τον συνήγορο του Πολάνσκι, τον εισαγγελέα της δίκης και την ίδια την Σαμάνθα Γκέιμερ- η σκηνοθέτις κατόρθωσε να προβεί σε εκ νέου ανακαλύψεις που οπωσδήποτε δεν δικαιώνουν την πράξη του πολωνού δημιουργού, αλλά ξεσκεπάζουν για πρώτη φορά την υποκρισία του δικαστή Λόρενς Ρίτενμπαντ.
Τους δυο αδιαφιλονίκητους πρωταγωνιστές της ιστορίας, βέβαια, το ντοκιμαντέρ «Roman Polanski: Wanted And Desired» δεν κατάφερε να τους βρει: Ο αμφιλεγόμενος δικαστής απεβίωσε το 1994 ενώ ο Πολάνσκι αρνήθηκε να παραχωρήσει την παραμικρή δήλωση. Ακόμη κι έτσι, όμως, η σκηνοθέτις καταφέρνει με το δυνατό φιλμ της (που θα προβληθεί την καινούρια κινηματογραφική σεζόν και στη χώρα μας) να κάνει ένα καυστικό σχόλιο πάνω στα ελαττώματα του αμερικανικού δικαστικού συστήματος, όσο και στις σκοτεινές πτυχές που επιφυλάσσει η διασημότητα. Μιλήσαμε με την 45χρονη Ζένοβιτς, λίγες μόνο ώρες πριν από την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας της στο φεστιβάλ των Κανών.
Αρνήθηκε τη συνέντευξη
- Το ερώτημα που φαντάζομαι ότι δέχεστε συχνότερα γύρω από τη ταινία είναι εάν επιχειρήσατε να προσεγγίσετε τον Πολάνσκι, ώστε να του ζητήσετε να συμμετάσχει στο φιλμ.
«Τον καιρό που το φιλμ βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της προετοιμασίας προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του μέσω φαξ, αλλά δεν έλαβα ποτέ απάντηση. Είμαι απολύτως σίγουρη όμως ότι ήξερε για το φιλμ, διότι, κατά μία περίεργη σύμπτωση, γνώριζα τον εγγονό του, οπότε φαντάζομαι ότι μπορεί να το πληροφορήθηκε μέσω αυτού. Στο τέλος των γυρισμάτων, πάντως, κατάφερα να τον προσεγγίσω για την πιθανότητα μιας συνέντευξης και εκείνος μου απάντησε αρνητικά. Πίστευε ότι θα φαινόταν σαν να χρησιμοποιούσε ο ίδιος την ταινία για να προβάλει τις απόψεις του και να διαφημίσει τη δική του πλευρά. Βεβαίως, από την άλλη, ένιωσε και λίγο άσχημα. Γιατί δεν ήθελε να φανεί ότι αρνιόταν τη συνέντευξη από σνομπισμό ή υπεροψία. Πίστευε ακράδαντα ότι θα ήταν εντελώς λάθος να βρεθεί στο φιλμ, γεγονός που παραδέχομαι ότι συνειδητοποίησα σταδιακά και η ίδια. Οι θεατές που θα έβλεπαν τον Πολάνσκι να μιλά εκτενώς στην ταινία είναι πολύ πιθανόν να αμφισβητούσαν την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία μου».
- Τι είναι αυτό που σας έπεισε να ανακινήσετε την υπόθεση, τριάντα χρόνια αφότου συνέβη;
« Παρακολουθώντας το 2003 τη συνέντευξη της Γκέιμερ στον Λάρι Κίνγκ, μου έκανε τρομερή εντύπωση όταν ο δικηγόρος της δήλωσε ότι "η μέρα που ο Ρόμαν Πολάνσκι φυγαδεύτηκε από τη χώρα ήταν μια θλιβερή μέρα για το αμερικανικό δικαστικό σύστημα". Από εκείνο το λεπτό και έπειτα βάλθηκα να μάθω τι ακριβώς εννοούσε. Και να διερευνήσω γιατί υπήρχε κάτι εμφανώς διφορούμενο σε μια υπόθεση που εκκρεμεί εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες».
- Πόσο δύσκολο ήταν να βρείτε την Σαμάνθα Γκέιμερ και να την πείσετε να σας μιλήσει;
«Χρειάστηκε αρκετός καιρός για να την πείσω. Ξεκίνησα αρχικά γράφοντας της μια σειρά από γράμματα, στα οποία της εξηγούσα τις προθέσεις μου και προσπαθούσα να τη βεβαιώσω για την ειλικρίνειά μου. Επειτα της μίλησα μερικές φορές στο τηλέφωνο -εκείνη ζούσε στην Χαβάη. Κάποια στιγμή συμφώνησε να μου παραχωρήσει μια συνέντευξη, ζήτησε ωστόσο να βρίσκεται μαζί της παρών και ο δικηγόρος της. Η συνέντευξη κατέληξε να γίνει στο γραφείο του, στο Λος Αντζελες. Αρχική μου πρόθεση ήταν να γυρίσουμε την εξομολόγησή της στη Χαβάη, στο σπίτι της. Αλλά δεν με πειράζει που συνέβησαν έτσι τα πράγματα, γιατί αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν οι εκφράσεις που έπαιρνε το πρόσωπό της καθώς μου μιλούσε. Βρίσκω, πάντως, εξαιρετικά έντιμο και ευγενικό από την πλευρά της το ότι δέχτηκε να συμμετάσχει στην ταινία, ανακινώντας μπροστά σε μια κάμερα αναμνήσεις που της ήταν ιδιαιτέρως οδυνηρές».
- Τι πιστεύατε ότι θα επιτύχετε με την πραγματοποίηση της ταινίας αυτής;
«Ηθελα να διαπεράσω τη θολή μυθολογία μέσα στην οποία βρίσκεται κάπου χαμένη η πραγματικότητα της δικαστικής αυτής υπόθεσης, να προσπαθήσω να διορθώσω τις αδικίες και τα λάθη και να αποπειραθώ να δώσω μια όσο το δυνατόν πιο επίσημη εκδοχή σε μια ιστορία η οποία έχει γίνει αντικείμενο ξέφρενης παραφιλολογίας. Σε σημείο, μάλιστα, που πιστεύω ότι χάθηκε κάποια στιγμή η αλήθεια».
- Ηταν ίσως και μια προσωπική σας επιθυμία να καταλάβετε περισσότερο τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του Πολάνσκι;
«Οχι τόσο τον ίδιο, όσο τα κίνητρα που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει κακήν κακώς την Αμερική, εκείνη την ημέρα του 1978, και να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Η ταινία μου δεν προσπαθεί να απαλλάξει τον Πολάνσκι από το βάρος της τότε πράξης του, ούτε να επιχειρήσει μια ηθική τοποθέτηση απέναντί του. Προσπαθεί, όμως, να τον δικαιώσει στο βαθμό που πιστεύω ότι αδικήθηκε κατάφωρα από λανθασμένους χειρισμούς του δικαστικού συστήματος και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Και από τις προθέσεις ενός δικαστή ο οποίος θέλησε να χρησιμοποιήσει το αμάρτημα του Πολάνσκι προκειμένου να στρέψει τις κάμερες προς το μέρος του και να επωφεληθεί σε υστεροφημία».
- Σας κολακεύει όταν σας πλησιάζουν θεατές και σας δηλώνουν ότι το ντοκιμαντέρ σας τους βοήθησε να αλλάξουν ριζικά την γνώμη τους απέναντι στον σκηνοθέτη προς το καλύτερο;
«Είτε η γνώμη κάποιου θεατή αλλάξει προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο, το δικό μου καθήκον ήταν να αναθεωρήσουμε κάποια ζητήματα της διαβόητης υπόθεσης. Να επιχειρήσουμε την εξεύρεση της αλήθειας, στο βαθμό που ήταν εφικτό. Δεν ήθελα να λειτουργήσω ούτε ως συνήγορος του Πολάνσκι ούτε ως κατήγορός του. Ηθελα μόνο να υπερασπιστώ την αλήθεια...».