Κάποιοι έλληνες φιλόδοξοι τραγουδιστές και ηθοποιοί βαπτίζουν «διεθνή καριέρα» τη συμμετοχή τους ως ανθυποκομπάρσοι σε κάποια χολιγουντιανή παραγωγή, γυρισμένη συνήθως στα ελληνικά νησιά με μπόλικο φολκλόρ ή την πλέι-μπακ συναυλία τους σε στέκια ελλήνων μεταναστών σε κάποια αμερικανική ή γερμανική μεγαλούπολη. Και τροφοδοτούν οι αθεόφοβοι με δελτία τύπου και κατευθυνόμενα κουτσομπολιά τα ελληνικά περιοδικά. Κάποιοι άλλοι καλλιτέχνες, ελάχιστοι δυστυχώς, κάνουν πράγματι διεθνή καριέρα. Αθόρυβα, σεμνά και ταπεινά, με πολλή δουλειά και καθολική αναγνώριση εκεί έξω. Ο δημιουργός κόμικς Βασίλης Λώλος είναι ένας απ' αυτούς. Και δεν έχει κλείσει ούτε καν τα τριάντα.
 «Πιστεύω στην αξιοκρατία και όχι στην ξαδερφοκρατία», λέει ο Βασίλης Λώλος που μοιράζει πλέον τη ζωή του ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Νέα Υόρκη. |
Εφιαλτικές ιστορίες
Οταν το 2004 κυκλοφορούσε στην Ελλάδα το άλμπουμ «Victor Van Dread - Η γεννήτρια» (εκδόσεις «Γκιγκάντο»), μια περιπλάνηση στα αχαρτογράφητα μονοπάτια του μυαλού ενός στρατιώτη που επιστρέφει από τον πόλεμο, πολλοί διέκριναν στον Λώλο ένα σπάνιο ταλέντο να αφηγείται ιστορίες και να τις συνοδεύει με καταπληκτικές ασπρόμαυρες εικόνες, βουτηγμένες σε ένα ζοφερό, εφιαλτικό κλίμα, που φέρνουν στο νου τον επικό τρόμο του Λάβκραφτ και τον εξπρεσιονισμό του Μουνκ. Λίγο νωρίτερα, το 2002, είχε βραβευτεί στον ετήσιο διαγωνισμό κόμικς του «9» της «Ελευθεροτυπίας» και σύντομα, στο ίδιο περιοδικό, ξεκίνησε τη σειρά Freakshow. Ακολουθεί το ρομ-ζιν «Ομικρον αρνητικό» σε συνεργασία με τον Γιώργο Μελισσαρόπουλο, μια σημαντικότατη, αν και βραχύβια, προσπάθεια κυκλοφορίας κόμικς σε ηλεκτρονική μορφή. Η φιλία του και οι κοινές αναφορές με τους δημιουργούς κόμικς του περιοδικού «Σάμπαρτ» (Κυριαζής, Κων, Παπαϊωάννου, Μπίμπας) τον κάνουν μέλος της καλλιτεχνικής παρέας για να ακολουθήσει η συμμετοχή του-σεναριακά σε σχέδια της Μπέκι Κλούναν, στο δεύτερο τόμο της εξαιρετικής συλλογής «Flight» της Ιματζ αλλά και η έκδοση του περιοδικού κόμικς «Gin-747» με κείμενα στα αγγλικά. Είναι η εποχή που ο Λώλος έχει αποκτήσει πλέον ένα καθαρά προσωπικό και εντελώς πρωτότυπο στιλ, έχει φιλτράρει τις επιρροές του από τα γιαπωνέζικα άνιμε και τα μάνγκα των Κατσουχίρο Οτόμο, Μασακάζου Κατσούρα, Μασαμούνε Σίροου και τα αμερικανικά κόμικς του Μάικ Μινιόλα και του Φρανκ Μίλερ και αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βήμα.
Ενα ταξίδι στις ΗΠΑ τον φέρνει σε επαφές και συζητήσεις με εκδότες και δημιουργούς. Σύντομα μετακομίζει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και οι προτάσεις διαδέχονται η μία την άλλη. «Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω μετακομίσει οριστικά, ζω και στις δυο χώρες, Ελλάδα και ΗΠΑ, απλώς περνάω πιο πολύ χρόνο στο Μπρούκλιν. Η δυαδικότητα αυτή φέρνει, όμως και μια σχιζοφρένεια. Νιώθεις ότι δεν ανήκεις πουθενά, είσαι πολίτης του "κάπου"» , μας λέει σήμερα ο Λώλος.
Ποια κατάσταση συνάντησε σε επαγγελματικό επίπεδο, όμως, συγκριτικά με τη σχετικά φτωχή ελληνική πραγματικότητα των εικαστικών τεχνών; «Δεν θέλω να είμαι ο τύπος που λέει "τα πάντα έξω είναι καλύτερα". Δεν εντυπωσιάζομαι εύκολα από κάτι με βάση το ότι είναι "απ' έξω". Όμως, το επίπεδο είναι κλάσεις ανώτερο. Τα κόμικς στις ΗΠΑ είναι αδιάσπαστο μέρος της κουλτούρας, είναι πολύ διαδεδομένα. Οπότε ο ανταγωνισμός είναι υψηλός και μαζί ανεβάζει και το ποιοτικό επίπεδο. Η Ελλάδα έχει δρόμο ακόμα σε ό,τι αφορά τα κόμικς, όπως και όλες τις τέχνες, γιατί πρέπει να γίνουν προσβάσιμες σε πιο πολλούς ανθρώπους. Είτε μιλάμε για "πομπούς" είτε για "δέκτες"» .
Κινούμενος κυρίως στο χώρο του φανταστικού, πολύ συχνά με διακριτές πινελιές χιούμορ, η πρώτη δουλειά σε συνέχειες που ανέλαβε ήταν το «The Pirates of Coney Island» σε σενάριο του Ρικ Σπίαρς. Ακολούθησαν συμμετοχές σε μερικούς πολύ ιστορικούς τίτλους όπως το «Spider-Man Family» και το «Wolverine Firebreak» της Μάρβελ αλλά και στην ελληνική έκδοση «Blast Comics». «Γενικά έχω ερεθίσματα από παντού, υπάρχει ένας σκοτεινός τόνος στη δουλειά μου αλλά αυτό είναι ένα έξτρα, δεν είναι η πηγή ή η δύναμη που οδηγεί τις ιστορίες. Τα τελευταία σενάρια που επεξεργάζομαι, όμως, κινούνται στο χώρο του science fiction», λέει για τις ιδέες του.
Μεταξύ επιστημονικής φαντασίας και τρόμου κινείται και ο πρώτος τόμος του άλμπουμ του με τίτλο «Last Call» που κυκλοφόρησε πέρυσι από την Ονι Πρες (στις 30 Ιουλίου κυκλοφορεί ο δεύτερος) με πρωταγωνιστές δυο εφήβους που έπειτα από ένα αυτοκινητικό δυστύχημα παγιδεύονται σε ένα μυστηριώδες τρένο που μεταφέρει τις ψυχές παράξενων ταξιδιωτών. Το «Last Call», με τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε και τις πολύ καλές κριτικές που δέχτηκε, έδωσε στον Λώλο την ευκαιρία να γίνει ευρύτερα γνωστός, ενώ πρόσφατα η Γιουνιβέρσαλ αγόρασε τα δικαιώματα και ανακοίνωσε πως σύντομα θα μεταφέρει το κόμικς σε κινηματογραφική ταινία με παραγωγό τον Μπάρι Τζόζεφσον και σεναριογράφο τον Εβαν Σπιλιοτόπουλος, έναν βετεράνο της Ντίσνεϊ που έχει υπογράψει πολλές ταινίες της περιβόητης εταιρείας.
«Δεν γουστάρω τους κόλακες»
Πώς ένιωσε, όμως, ο έλληνας δημιουργός με αυτή την ξαφνική δημοσιότητα και την αναγνώριση; Ηταν μια πρόκληση ή περισσότερες ευθύνες; «Δεν νομίζω πως τίθεται τέτοιο θέμα. Δεν γουστάρω τους κόλακες, είναι στον ίδιο κουβά με τους μαλάκες. Άσε που δεν ακούω και τίποτα ιδιαίτερα κολακευτικό, τουλάχιστον από τη χώρα μου. Από την άλλη έχω ακούσει διάφορα, όπως "έχεις καθήκον να με βοηθήσεις γιατί είμαι φίλος-ξάδερφος-γείτονας-Ελληνας". Τέτοιες ευθύνες δεν τις θέλω και γι' αυτό φρόντισα κι εγώ να μην κάνω ποτέ τίποτα τέτοιο. Δεν θέλω να μου κάνουν χάρες. Και δεν κάνω σε κανέναν. Πιστεύω στην αξιοκρατία και όχι στην ξαδερφοκρατία».
Η πιο πρόσφατη αναγνώριση της δουλειάς του ήρθε από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων των «Οσκαρ των κόμικς», των βραβείων Χάρβεϊ, που αναμένεται να απονεμηθούν το προσεχές φθινόπωρο. Ο Λώλος, ανάμεσα σε κορυφαία ονόματα της ένατης τέχνης, είναι υποψήφιος για δυο βραβεία, αυτά του «καλύτερου σχεδιαστή» και του «καλύτερου νέου ταλέντου». Λέει, όμως, πως παρ' όλα αυτά, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κάνει τη δουλειά του καλύτερα, να σχεδιάζει και να αφηγείται με τον τρόπο του τις ιστορίες που θέλει. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα ή θα γίνει ένας ακόμη δημιουργός που ελλείψει των ευκαιριών που του αναλογούν επιλέγει τις ΗΠΑ; «Τώρα τελευταία το σκέφτομαι όλο και πιο πολύ να μείνω στις ΗΠΑ. Αλλωστε περνάω περισσότερο χρόνο εκεί παρά στην Ελλάδα. "Το σπίτι σου είναι εκεί που βρίσκεται η καρδιά σου", όπως λένε κι οι Αμερικανοί».