E-ONLINE
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΕλλάδαΠολιτικήΟικονομίαΤέχνεςΑθλητισμόςΚόσμοςHOME




Φύλλο Κυριακής
27 - 07 - 2008

ΣΤΗΛΕΣ
ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ
ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Αναζήτηση
Με ημερομηνία

ή
Τεύχη Βιβλιοθήκης
Φάκελοι Σαββάτου

Ταυτότητα
Εκδόσεις
Αρχείο
Διάφορα
Επικοινωνία

Βρίσκεστε στο παλαιό site του www.enet.gr

Το www.enet.gr άλλαξε.

Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.

Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.




«Ποιον θα σκοτώσω σήμερα;»

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)

Ο Πέτρος Μάρκαρης το διευκρινίζει ευθύς εξαρχής: το καινούριο του μυθιστόρημα, το πέμπτο με πρωταγωνιστή τον Κώστα Χαρίτο, δεν ανήκει στα καθαρόαιμα αστυνομικά. Το «Παλιά, πολύ παλιά» (εκδ. «Γαβριηλίδη»), που σκαρφάλωσε ήδη στις λίστες των μπεστ σέλερ κι ετοιμάζεται να εκδοθεί σε Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία και Ολλανδία, είναι ένα «μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή», πλημμυρισμένο από μνήμες και πραγματικά γεγονότα των παιδικών του χρόνων, υλικά που επί χρόνια δίσταζε ν' αξιοποιήσει μυθοπλαστικά. Ηταν τόσο έντονη η σφραγίδα της Πόλης μέσα του, ώστε κάθε απόπειρά του να στήσει έναν μύθο πάνω της φοβόταν πως θ' ακυρωνόταν. Διαδοχικά «πειράματα», ωστόσο, ανάμεσα στα οποία και οι σελίδες που αφιέρωσε στη γενέτειρά του στο αυτοβιογραφικό του δοκίμιο «Κατ' εξακολούθηση» (εκδ. «Πατάκη»), κάπως τον καθησύχασαν. Κι όταν ξεπρόβαλε μπροστά του η φιγούρα της γυναίκας που τον μεγάλωσε, της Μαρίας της Χάμπαινας, όλες του οι αναστολές έκαναν φτερά.


Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΟΥ Κ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ «ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», ΕΚΔ. «ΑΓΡΑ»
Γραμμένο, όπως και τα προηγούμενα, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, χωρίς αυστηρό σχεδιάγραμμα, με πυξίδα μια «χονδρική» ιστορία, το «Παλιά, πολύ παλιά», θα μπορούσε κάλλιστα να έχει για τίτλο «Ο αστυνόμος Χαρίτος στην Πόλη». Αυτή τη φορά, ο πιο αξιαγάπητος, ακέραιος και ευφυής «μπάτσος» της νεοελληνικής λογοτεχνίας, χωρίς το Μιραφιόρι του, χωρίς τα λεξικά του, αλλά πάντα μαζί με τη σύζυγό του Αδριανή, συμμετέχει σ' ένα οργανωμένο ταξίδι αναψυχής στην Κωνσταντινούπολη, απολαμβάνοντας τις γεύσεις, τις μυρωδιές και τ' αξιοθέατά της. Κι όμως το καθήκον τον καλεί κι εκεί! Μια αιωνόβια, βασανισμένη γριούλα από τον Πόντο (να τη η Χάμπαινα), η οποία ζούσε μέχρι πρότινος στη Δράμα (η φαντασία του συγγραφέα αρχίζει να ταξιδεύει), επιστρέφει στην Πόλη για να κλείσει παλιούς λογαριασμούς (ορίστε και το κεντρικό εύρημα). Σ' όσους έκαναν καλό στην ίδια και την οικογένειά της, δείχνει την ευγνωμοσύνη της φιλεύοντάς τους μια τυρόπιτα σκέτο πειρασμό. Σ' όσους όμως την είχαν βλάψει, είτε Ελληνες είτε Τούρκους, προσφέρει τη λιχουδιά καρυκευμένη με δηλητήριο...

Ποιο είναι το καταφύγιο αυτής της αλλόκοτης κατά συρροήν δολοφόνου; Ποιο θα είναι το επόμενο θύμα της; Ο Κώστας Χαρίτος οφείλει τώρα να συνεργαστεί μ' έναν ξένο συνάδελφό του, έναν τούρκο αστυνομικό γεννημένο κι ανδρωμένο στη Γερμανία, μ' άλλα λόγια κάποιον που έχει νιώσει στο πετσί του τι σημαίνει να ζεις στους κόλπους μιας μειονότητας. Κι ο Πέτρος Μάρκαρης, επιστρατεύοντας το χιούμορ, το σαρκασμό και τη νοσταλγία του, μας ξεναγεί στα πάτρια εδάφη του, «κεντάει» πάνω στις προκαταλήψεις που τρέφει ο ένας λαός για τον άλλο, σκαλίζει τις πληγές των Ελλήνων της Πόλης -πρόστιμα, λεηλασίες, διωγμοί, μαρασμός- και ταυτόχρονα ξεσκεπάζει τις μικρότητες και την απληστία ορισμένων ανάμεσά τους, αγγίζοντας έτσι ένα θέμα σχεδόν απαγορευμένο.

«Κάθε μειονότητα έχει τεράστιο μερίδιο στην υποκρισία, καθώς για να επιβιώσει μέσα σ' ένα εχθρικό περιβάλλον εμφανίζεται πάντα ως αδικημένη. Κι ένα από τα μέσα που χρησιμοποιεί για ν' αμυνθεί, είναι να θάβει τις εσωτερικές της διαμάχες, προβάλλοντας προς τα έξω μια εικόνα υψίστης αρμονίας που, φυσικά, είναι πλαστή. Ομως αυτή είναι η δουλειά του μυθιστοριογράφου σε τελευταία ανάλυση, να φέρνει τα πράγματα στην επιφάνεια», λέει ο Μάρκαρης.

Ο ίδιος, όσο ασφυκτιούσε ως έφηβος μέσα στους κόλπους της συντηρητικής ελληνικής μειονότητας της Πόλης, άλλο τόσο χαίρεται σήμερα την επαφή με τον ασιατικής καταγωγής ψιλικατζή του και με τους γαλλόφωνους Σενεγαλέζους που συναντά στην Κυψέλη, στον πεζόδρομο της Αγίας Ζώνης. «Τους κάνω χάζι να βολτάρουν, να κουβεντιάζουν, να ψωνίζουν, κι έχω την αίσθηση πως ειδικά οι τελευταίοι, είναι πιο ανοιχτοί, πιο κοσμοπολίτες, δεν αισθάνονται υποβαθμισμένοι, έχουν μάθει σ' έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ωρες ώρες μου θυμίζουν την κυρά Σοφία, τη γιαγιά μου - λες και τη βλέπω μπροστά μου στα σκαλοπάτια του σπιτιού της στη Χάλκη...».

Ολοκληρώνοντας το «Παλιά, πολύ παλιά», ο Πέτρος Μάρκαρης από τη μια ανακουφίστηκε -«Δόξα τω Θεώ, είπα, δεν πάσχω από αλτσχάιμερ, θυμήθηκα όλα τα παιδικά μου χρόνια»- κι από την άλλη συνειδητοποίησε πως απέκτησε έναν καινούριο... μπελά. «Βρέθηκα μ' έναν δεύτερο αστυνομικό στα χέρια, τον Μουράτ, που αναρωτιέμαι τι θα τον κάνω! Γιατί είναι σίγουρο: είναι ένας ήρωας που ήρθε για να μείνει. Πού και πώς δεν ξέρω ακόμα, αλλά δεν είναι τυχαία η διαπίστωση του Χαρίτου, ότι αν συνεργάζονταν και στην Αθήνα, ούτε ένα έγκλημα δεν θα 'μενε ανεξιχνίαστο». Πράγματι, μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες του βιβλίου του στηρίζονται στην επικοινωνία των παραπάνω, στο αρχικό αμοιβαίο τους «κράτημα» και στην προοδευτική αλληλοεκτίμησή τους. Κι αν το πεδίο της σχέσης του Χαρίτου με την Αδριανή έχει εξερευνηθεί για τα καλά, εκείνο του Μουράτ με την μαντιλοφορούσα σύζυγό του -«τουρκικό ζευγάρι με γερμανικές αρχές»- μοιάζει να έχει πολύ ψαχνό ακόμα.

Το ζήτημα της μαντίλας δεν μας έχει απασχολήσει στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη και στην Τουρκία εξακολουθεί να τροφοδοτεί τον δημόσιο διάλογο. «Τι κι αν φοράει μαντίλα; Η ηρωίδα μου φυσάει. Είναι ικανή να κάνει σκόνη και τον Χαρίτο και τον άντρα της. Κάθε άλλο παρά καταπιεσμένη είναι», λέει ο Μάρκαρης για την καλοσπουδαγμένη Νερμίν με τα οξφορδιανά αγγλικά, μια μη θρησκευόμενη γυναίκα καριέρας, που έβαλε μαντίλα στη Γερμανία για να υπογραμμίσει την ανεξαρτησία της, κι επειδή κατέληξαν δαχτυλοδειχτούμενοι με τον Μουράτ, αναζήτησαν λιμάνι στην πατρίδα των γονιών τους. «Η υποκρισία των Ευρωπαίων στο θέμα αυτό με κάνει έξαλλο! Θεωρώ πιο ενδιαφέρον να δεχτούμε και την άλλη όψη του νομίσματος, ενάντια στην αρτηριοσκληρωτική εμμονή σε προκαταλήψεις», επιμένει ο δημιουργός τού «Παλιά, πολύ παλιά». «Πάλι καλά που τις δικές μας προκαταλήψεις δεν τις υποστηρίζουμε και θεσμικά...».

Απ' τη μεριά του, ως θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και μυθιστοριογράφος, έχει θητεύσει έως τώρα σε αρκετούς θεσμούς. Υπήρξε επί διαδοχικές κυβερνήσεις μέλος της γνωμοδοτικής επιτροπής θεάτρου, συμμετέχει στο συμβούλιο κρίσεων του Κέντρου Κινηματογράφου, ενώ πρόσφατα αποδέχτηκε και την πρόταση του Μιχάλη Λιάπη να ηγηθεί του δ.σ. του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Επί ημερών Ζαχόπουλου, το ΕΚΕΒΙ δεν συνάντησε ιδιαίτερα οικονομικά προβλήματα, ήταν από τους θεσμούς που στήριξε ο πρώην γενικός γραμματέας. Σήμερα τι γίνεται;

«Ολα τα ιδρύματα που υπάγονται στο υπουργείο Πολιτισμού, μα όλα, βρίσκονται στον αέρα», παραδέχεται. «Τα χρήματα που διοχετεύτηκαν στο Κέντρο Βιβλίου ίσα που φτάνουν για τ' ανελαστικά του έξοδα. Ακόμα να μάθουμε τι προϋπολογισμό θα έχουμε, ώστε ανάλογα να κινηθούμε. Κι αυτή η ιστορία, με την Ελλάδα τιμώμενη χώρα στη διεθνή έκθεση του Πεκίνου τον Σεπτέμβριο, δεν ξέρω πού θα μας βγάλει. Τη γενική ευθύνη πάντως την έχει η Γενική Γραμματεία Ολυμπιακής Υποστήριξης. Εγώ βλέπω γύρω μου μια νέκρωση, μια πλήρη αδιαφορία».

Η επιτυχία ήρθε αργά

Τότε λοιπόν γιατί παραμένει; «Μια θεαματική παραίτηση, μια "ηρωική" μου έξοδος, θα προξενούσε έναν θόρυβο που σε τρεις μέρες κιόλας θα ξεχνιόταν. Σημασία έχει να παλεύεις».

Στα μάτια του Μάρκαρη, το ελληνικό Δημόσιο είναι μια αλληλουχία μονοπράκτων. «Ερχεται το μονόπρακτο Μελίνα, φερ' ειπείν, κι όλα πάνε καλά. Ερχεται το μονόπρακτο Τάδε -ας μην πούμε άλλα ονόματα- κι όλα στραβώνουν. Δεν υπάρχει συνέχεια. Μόνο τα πρόσωπα παίζουν ρόλο. Ομως η τάση που βάζει τον πολιτισμό στο περιθώριο δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, είναι γενικότερη. Σ' ένα παγκοσμιοποιημένο τοπίο όπου η επιτυχία κρίνεται από το πόσα κέρδη αντλείς με τη μικρότερη δυνατή επένδυση, πολύ λίγο ενδιαφέρει ο πολιτισμός. Στις χώρες όπου το σύστημα είναι αποκεντρωμένο, όπως στη Γερμανία, τα πράγματα λειτουργούν καλύτερα. Ενώ όμως κι εκεί δοκίμασαν να βάλουν μάνατζερ σε θέατρα, όπερες και φεστιβάλ, γρήγορα διαπίστωσαν ότι το ζήτημα δεν είναι και τόσο απλό. Γιατί οι περισσότεροι απ' αυτούς είτε απομακρύνθηκαν είτε παραιτήθηκαν».

Ο δημιουργός του Κώστα Χαρίτου γνώρισε την επιτυχία ενώ βάδιζε προς την έβδομη δεκαετία της ζωής του. Ενιωσε άραγε ότι καρπώνεται ένα είδος ανταμοιβής για όσα στραβά τού είχαν συμβεί νωρίτερα; «Ποτέ δεν παραπονέθηκα για τίποτε. Δέχτηκα τα πάντα όπως ήρθαν. "Αργησες βρε παιδί μου", μου λέει καμιά φορά ο φίλος μου, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Τι να κάνουμε; Τότε με επισκέφθηκε ο Χαρίτος, στα 58 μου». Εν τω μεταξύ, η προσφορά αστυνομικών μυθιστορημάτων με ελληνική υπογραφή διογκώθηκε. Οπως όμως λέει ο ίδιος, «βρισκόμαστε σ' ένα επικίνδυνο μεταίχμιο. Σε μια χώρα χωρίς παράδοση στο είδος, αν εξαιρέσουμε το έργο του Μαρή και κάποια διηγήματα της Κακούρη, δεν δημιουργείται εύκολα αστυνομική σκηνή. Η προσφορά είναι τεχνητή. Λίγων το μυαλό δουλεύει τόσο "διεστραμμένα" όσο απαιτείται. Ξέρετε τι σημαίνει να ξυπνάς το πρωί και να σκέφτεσαι "ποιον θα σκοτώσω σήμερα;"».


7 - 27/07/2008


wap.enet.gr

ΤΕΧΝΕΣ
με μια ματιά...



Σινεμά




Μουσική






Λέοναρντ Κοέν


Θέατρο



Αθήνα


Συνέντευξη
Βασίλης Λώλος


Νέο Μουσείο
της Ακρόπολης


Έκθεση


Εικαστικά



Συνέντευξη
Πέτρος Μάρκαρης


Βιβλίο



Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.