Ενα συννεφιασμένο μαρτιάτικο απόγευμα του 1960, γυρίζοντας από τον οδοντίατρο, ο Λέοναρντ Κοέν πρόσεξε σε μια γωνία του Ιστ Εντ του Λονδίνου ένα υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Μπαίνει μέσα και ρωτάει τον μαυρισμένο ταμία τι καιρό κάνει στην Αθήνα. «Είναι άνοιξη» του απαντάει εκείνος. Την επόμενη ώρα είχε ήδη βγάλει το εισιτήριό του και πετούσε για την Ελλάδα.
 Ο Κοέν στο λιμάνι της Υδρας τη δεκαετία του '60. |
Στις 13 Απριλίου επισκέπτεται την Ακρόπολη, περνάει τη νύχτα στον Πειραιά και πρωί πρωί ξεκινάει με το πλοίο για την Υδρα, ένα ταξίδι που τότε διαρκούσε πέντε ώρες αφηγείται στη βιογράφο του Ιρα Νέιντελ («Various positions, Α life of Leonard Cohen» εκδ. University of Texas Press). Πρώτη φορά άκουσε το όνομα του νησιού από τον Ζακόμπ Ρότσθιλντ, η μητέρα του οποίου είχε παντρευτεί τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και έμεναν σε ένα μέγαρο του 17ου αιώνα, 14 δωματίων, σε ένα λόφο λίγα χιλιόμετρα μακριά από το λιμάνι. Ο Ζακόμπ ενθάρρυνε τον Κοέν να τους επισκεφτεί υποσχόμενος ότι θα γράψει στη μητέρα του να την ενημερώσει για την άφιξή του.
Αφού εγκαταστάθηκε πρόχειρα σε ένα κατάλυμα για το οποίο πλήρωνε 14 δολάρια το μήνα, προσλαμβάνει έναν οδηγό για να τον πάει στο κτήμα του Γκίκα. Εκεί, όμως, η αδελφή του Ζακόμπ τον λέει κατάμουτρα ότι κανείς δεν έχει ακούσει γι' αυτόν, ο αδερφός της δεν τους έγραψε ποτέ και ότι ένας τέτοιος τύπος Εβραίου δεν ήταν καθόλου ευπρόσδεκτος σε αυτό το σπίτι. Θυμωμένος από την υποδοχή, ο Κοέν φεύγει αλλά παίρνει την εκδίκησή του ένα χρόνο μετά, όταν από την ταράτσα του σπιτιού του βλέπει το οίκημα του Γκίκα να τυλίγεται στις φλόγες. Ο φύλακας του άδειου κτήματος είχε αφήσει εκτεθειμένα τα μπιτόνια της κηροζίνης...
Στο μπαρ του Κατσίκα
Την εποχή που ο Κοέν έφτασε στην Υδρα, το νησί είχε μόνο τέσσερα καφενεία. Τουλάχιστον τα μισά σπίτια ήταν ακατοίκητα ενώ στα υπόλοιπα φως και τηλέφωνο ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Μία από τις ελάχιστες ντισκοτέκ του νησιού χρησιμοποιούσε πικάπ με μπαταρία, μιας και η μοναδική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έδινε ρεύμα μόνο από το πρώι ώς τα μεσάνυχτα. Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα «άγριας και γυμνής τελειότητας», όπως χαρακτήριζε την Υδρα ο Χένρι Μίλερ, δεκάδες διάσημοι έδιναν το «παρών». Ο Αλεν Γκίνσμπεργκ, που ο Κοέν συνάντησε μια μέρα τυχαία στο Σύνταγμα και τον προσκάλεσε να μείνει μαζί του στο νησί, η Σοφία Λόρεν, η Μπριζίτ Μπαρντό, ο Πίτερ Φιντς, ο Αξελ Γένσεν, αλλά και ο Εντουαρντ Κένεντι ήταν μόνο μερικοί από αυτούς. Σε πολλά από τα γράμματά του το 1961, μάλιστα, ο Κοέν διαμαρτύρεται για τη συρροή των κινηματογραφικών συνεργείων που χαλάνε την ησυχία του νησιού.
Στο μπαρ του Κατσίκα, στα έξι τραπέζια δηλαδή που ήταν στημένα στην αυλή του μπακάλικου του Αντώνη Κατσίκα, ανάμεσα σε ανθισμένους ντενεκέδες λαδιού, βάζα με ελιές και κρεμμύδια τουρσί, μια κοσμοπολίτικη παρέα συγγραφέων, καλλιτεχνών και ακαδημαϊκών καβγάδιζε, συζητούσε, τραγουδούσε και έβαζε στοιχήματα για την πολιτική κατάσταση του Ιράν. Μέλη της παρέας αυτής ήταν ο Αλέξης Μπόλενς, ένας πλούσιος ελβετός μπον βιβέρ που οργάνωνε θρυλικά παιχνίδια πόκερ στο νησί, ο Γιώργος Λιάλιος, λάτρης της φιλοσοφίας με τον οποίο ο Κοέν απολάμβανε περισσότερο τη σιωπή παρά τη συζήτηση, το ζευγάρι των συγγραφέων Τζορτζ Τζόνστον και Κάρμιαν Κλιφτ και ο ζωγράφος Αντονι Κίνγκσμιλ, ο οποίος, αφού φιλοτέχνησε έναν πίνακα για τον Κοέν κατόπιν παραγγελίας του, όταν εκείνος έλειπε μια φορά από το σπίτι, μπήκε μέσα τον πήρε και τον ξαναπούλησε αλλού. Ο Κοέν ανέθετε μονίμως σε ζωγράφους να του φτιάξουν πίνακες που ποτέ όμως δεν υλοποιούνταν. Είχε φτάσει μάλιστα στο σημείο να πληρώσει για τον ίδιο πίνακα... επτά φορές.
Στον κύκλο της παρέας αυτής βρισκόταν και η Νορβηγίδα Μάριαν Ιλεν, ένα μοντέλο εκπληκτικής ομορφιάς από το Οσλο που αιχμαλώτισε την καρδιά του, από την πρώτη κιόλας φορά που είδε τη μορφή της να αντικατοπτρίζεται σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου. Αν και κανείς δεν αμφιβάλλει πως το "So long Marianne" γράφτηκε για εκείνην, ένας αστικός μύθος του Μόντρεαλ μιλάει για το σοκάκι με το όνομα Μαρί-Αν όπου ο Κοέν έμενε για ένα μεγάλο διάστημα. Αλλες φορές θυμάται να την έχει δει στο λιμάνι χέρι χέρι με τον νορβηγό συγγραφέα Αξελ Γιένσεν και το παιδί τους, πονώντας στην σκέψη του πόσο τυχεροί είναι που έχουν ο ένας τον άλλον. Ομως το ζευγάρι δεν ήταν τόσο δεμένο όσο ο ίδιος νόμιζε. Ο Γιένσεν τα έφτιαξε με την αμερικανίδα ζωγράφο Πατρίτσια Αμλιν και έφυγαν με το ιστιοπλοϊκό του για την Αθήνα.
Το βιβλιοπωλείο, η γαρδένια και ο γάιδαρος
Ο Κοέν τότε ανέλαβε υπό την προστασία του την Μαριάν και το παιδί της και όταν αγόρασε το σπίτι στην Υδρα, εγκαταστάθηκαν εκεί μαζί για αρκετά χρόνια. «Καθόμουν στις σκάλες και την κοίταζα που κοιμόταν», λέει. «Την παρακολουθούσα επί ένα χρόνο με το φως του φεγγαριού ή της κηροζίνης...». Εκείνη ανταπέδωσε τη γενναιοδωρία, τη λεπτότητα και την προσοχή του με ασφάλεια και στοργή, δίνοντας τροφή στη δημιουργικότητά του και ξυπνώντας του συναισθήματα από καιρό θαμμένα. Τον λάτρευε και ανησυχούσε πολύ όταν τον έβλεπε να καπνίζει χασίς και μαριχουάνα, που πίστευε ότι έδιναν ώθηση στη έμπνευσή του. Κάθε πρωί μάλιστα άφηνε στο γραφείο του μια γαρδένια. «...Οταν υπάρχει φαγητό στο τραπέζι, όταν τα κεριά είναι αναμμένα, όταν πλένεις τα πιάτα μαζί της και βάζεις το παιδί για ύπνο. Αυτή είναι τάξη, αυτή είναι μια πνευματική τάξη, δεν υπάρχει άλλη», έγραφε στο «Beautiful losers». Βέβαια, η αποκλειστικότητα ήταν μια λέξη που δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο του Κοέν.
Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1960, μετά τα 26α γενέθλιά του, ο Κοέν αγοράζει το σπίτι στην Υδρα προς 1.500 δολάρια, ποσό που μόλις είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του. Η πιο έξυπνη απόφαση της ζωή του, όπως είπε αργότερα, περιελάμβανε ένα τριώροφο κτίριο με πέντε δωμάτια και πολλά επίπεδα αλλά χωρίς ηλεκτρικό, υδραυλικά ή τρεχούμενο νερό. «Πρέπει να είναι πάνω από 200 ετών και πολλές γενιές ψαράδων να έζησαν εδώ», έγραφε στη μητέρα του ενώ στην αδερφή του ήταν πιο περιγραφικός : «Τριγυρνάω μες στα δωμάτια με ένα κερί στο χέρι σαν την οικονόμο της "Ρεβέκκας" πάνω κάτω στο τρομαχτικό υπόγειο. Ο ήχος των κουδουνιών από τα μουλάρια καθώς σκύβουν να φάνε σου σκίζει την καρδιά έτσι όπως μπλέκεται με τις μουσικές της ταβέρνας δύο η ώρα το πρωί της Δευτέρας». Κατάλαβε ότι έγινε αποδεκτός από την κοινότητα του νησιού όταν άρχισε να δέχεται επισκέψεις από τον σκουπιδιάρη και τον γάιδαρό του. «Είναι σαν να παίρνεις το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής», έλεγε.
Αν και το νησί αποτέλεσε τη μούσα του για τραγούδια και ποιήματα που ολοκλήρωσε πολύ αργότερα, η ίδια η Υδρα παίζει έναν εντυπωσιακά μικρό ρόλο στα γραπτά του σαν θέμα ή σαν σκηνικό. Πέρα από δύο συλλογές ποιημάτων («Flowers for Hitler» και «Parasites of heaven») και δύο νουβέλες («The favorite game» και «Beautiful losers») κανένα από τα τραγούδια που τον έκαναν αργότερα γνωστό δεν γράφτηκε στην Υδρα. Ακόμα και το «Bird in a wire» που εμπνεύστηκε όταν είδε ένα πουλί να κάθεται στα τηλεφωνικά σύρματα που μόλις άρχισαν να μπαίνουν στο νησί, ολοκληρώθηκε πολλά χρόνια αργότερα στο δωμάτιο ενός μοτέλ, στο Χόλιγουντ, το 1969.
Ο Κοέν ένιωθε άνετα ως εβραίος στην Υδρα. Τις Παρασκευές σταματούσε, σύμφωνα με τις επιταγές της θρησκείας του, τη δουλειά, ντυνόταν κάπως πιο επίσημα και έκανε με το φίλο του Δημήτρη Λεούση μεγάλες βόλτες στο λιμάνι. Η ζωή ήταν πολύ φτηνή, περνούσε με λιγότερα από 1.000 δολάρια το χρόνο και η απλότητα του νησιού σε συνδυασμό με τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του τον κράτησαν στην Υδρα για περίπου επτά χρόνια. Από τότε ξαναγυρνάει δύο φορές το χρόνο και απομονώνεται στο σπίτι, όπου τώρα μένει η πρώην γυναίκα του Σούζαν Ελροντ, για δέκα μέρες. Ασχολείται επιμελώς με τον κήπο του, γράφει και ηρεμεί. Το δικό του τραπέζι στην καφετέρια του Τάσου Κατσίκα είναι πάντα εκεί για να συναντήσει τους ντόπιους φίλους του. Αναπόσπαστο κομμάτι του νησιού, όλοι, ακόμα και ο δήμαρχος έχουν να διηγηθούν ιστορίες από τα παλιά μαζί του, αλλά ευγενικά αρνούνται να τις μοιραστούν μαζί μας. Σαν μια συνωμοσία αγάπης που προστατεύει τον Λέοναρντ και όχι τον Κοέν.
* Η συναυλία του Λέοναρντ Κοέν είναι την Τετάρτη στο Terra Vibe της Μαλακάσας.
** H ΦΩΤΟΓΡΑΦΙA ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «VARIOUS POSITIONS, Α LIFE OF LEONARD COHEN» ΕΚΔ. «UNIVERSITY OF TEXAS PRESS»