**«Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Πόσο ενδιαφέρουσα μπορεί να είναι σήμερα μια παράσταση του Αριστοφάνη; Αν με την αρχαία τραγωδία οι προβληματισμοί μας διευρύνονται χρόνο με το χρόνο, με τον αρχαίο κωμικό το θέατρό μας μοιάζει να αναπαύεται σε ετοιμοπαράδοτες λύσεις.
Ενδιαφέρουσες σκηνικές προτάσεις υπήρξαν βέβαια τα τελευταία χρόνια από διάφορους σκηνοθέτες, ωστόσο σε γενικές γραμμές το πραγματικό καλλιτεχνικό ενδιαφέρον ολοένα μειώνεται. Πρέπει να το παραδεχτούμε: λίγα έχουν γίνει σχετικά με το αριστοφανικό θέατρο μετά τον Σολομό και τον Κουν. Η ερμηνευτική προσέγγιση του πρώτου και η αισθητική αντίληψη του δεύτερου για την απόδοση της ευωχίας του έχουν ριζώσει για τα καλά στη σκηνή μας και μοιάζουν προς το παρόν αδιαμφισβήτητες. Το θέατρό μας έχει περάσει πια, έστω και με κάποιες παραλλαγές, στο επίπεδο διαχείρισης μιας δημοσιοποιημένης παράδοσης.
 Η «Λυσιστράτη» (Ρένια Λουιζίδου) και οι ηρωικές φιλενάδες της |
Το ενδιαφέρον μας έτσι επικεντρώνεται αναγκαστικά στους ηθοποιούς που ανεβάζουν Αριστοφάνη και σε καμιά-δυο έξυπνες ιδεούλες του εκάστοτε σκηνοθέτη. Γι' αυτό πολλές από τις παραστάσεις του αρχαίου κωμικού δίνουν από μακριά την εικόνα καρναβαλικής παρέλασης. Παρόμοια λογική στησίματος, με έμφαση στα κοστούμια της κάθε ομάδας.
Η «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ, που είδαμε στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη, είναι από αυτή την άποψη ενδεικτική όσο και έξοχα αυτοσαρκαστική: Με φόντο το πατάρι ενός παλιού, φθαρμένου θεάτρου, είδαμε ένα Αριστοφάνη φαντασμαγορικό και ωστόσο παλιό, φθαρμένο από τη χρήση. Η παράσταση του ΚΒΘΕ ήταν ενδεικτική και για ακόμη ένα λόγο: για το πόσο επιπόλαια παίρνουμε τις διακηρύξεις του σκηνοθέτη. Η κεντρική ιδέα, είπαμε, ήταν να παρασταθεί η «Λυσιστράτη» από ένα θίασο σε κάποιο βομβαρδισμένο θέατρο στη διάρκεια του πολέμου. Εξυπνη ιδέα, αλήθεια, αλλά πώς υποστηρίχθηκε στην πράξη; Σε ποιο σημείο γονιμοποίησε την ερμηνεία της συγκεκριμένης κωμωδίας;
Αν επέμενε κανείς στα λεγόμενα του σκηνοθέτη, η παράσταση θα γέμιζε από αντιφάσεις: Τι γύρευαν τα πλούσια κοστούμια τύπου Ακροπόλ εν μέσω του βομβαρδισμένου τοπίου; Πού κολλούσε η ιταλική σκηνή στη «Λυσιστράτη»; Και γιατί αλήθεια οι Σπαρτιάτες της δεκαετίας του '50 -κάπου εκεί μας τοποθετούν τα κοστούμια και τα σκηνικά- να ομιλούν στην καθαρεύουσα (όπως ζητάει η μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη); Προφανώς ούτε και εμείς λαμβάνουμε πολύ στα σοβαρά τις αρχικές προθέσεις του σκηνοθέτη, αλλιώς θα εμμέναμε περισσότερο στις συνέπειές τους.
Η αλήθεια είναι ότι συνήθως δεν δίνουμε σημασία σε αυτά γιατί στον Αριστοφάνη τέτοια ερωτήματα χάνονται στη λάμψη των πρωταγωνιστών τους. Εδώ όμως είχαμε μια πρωταγωνιστική παράσταση χωρίς διακριτή πρωταγωνίστρια. Η Ρένια Λουιζίδου δεν είναι μπριλάντε ηθοποιός και της ανατέθηκε να παίξει μια μπριλάντε Λυσιστράτη. Το αποτέλεσμα ήταν να μοιάζει βαριά μέσα στο ούτως ή άλλως βαρύ κοστούμι της ηρωίδας. Το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στη Μίνα Αδαμάκη και στη Δάφνη Λαμπρόγιαννη, στους περισσότερο αβανταδόρικους ρόλους της Κλεονίκης και Μυρρίνης αντίστοιχα. Τα πράγματα ωστόσο πήγαν χιαστί. Η πρώτη έμοιαζε να... μυρρινίζει υπερβολικά με καμώματα και πόζες άλλης ηλικίας. Και η δεύτερη με τη σειρά της ήταν μια σέξι Μυρρίνη αναμφίβολα ελκυστική, αλλά χωρίς ιδιαίτερη τσαχπινιά. Η σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ πάλι παίχθηκε από τη Θεοδώρα Σιάρκου σαν καρικατούρα ανδρογυναίκας: πολύ άχαρη επιλογή.
Καλύτερα τα πήγαν οι άνδρες: ο Δημήτρης Πιατάς γέμισε το ρόλο του Πρόβουλου με το γνωστό κωμικό του οίστρο, και ο Αντώνης Λουδάρος ήταν αληθινά πληθωρικός στο ρόλο του Κινησία. Στη χορογραφία του Ισίδωρου Σιδέρη δεν έλειψαν οι αεροβικές ασκήσεις, τα νέα παιδιά όμως στήριξαν με ενθουσιασμό το Χορό και ζωντάνεψαν το έργο.
Οπως είπαμε η ιδέα του βομβαρδισμένου θεάτρου ήταν κατ' αρχήν παρακινδυνευμένη και δεν υποστηρίχθηκε στη συνέχεια. Το ίδιο άκαιρα έμοιαζαν και τα καλοφτιαγμένα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ. Προφανώς ακολουθώντας τις οδηγίες για τεατράλε αποτέλεσμα, ο έμπειρος ενδυματολόγος προσπάθησε να μεταφέρει στη σκηνή μια εντυπωσιακή εικόνα της παλιάς επιθεώρησης. Εμμένοντας στις εντυπώσεις όμως η κωμωδία έχασε την επαφή με τα βαθύτερα ερείσματά της, ώσπου έφτασε να αιωρείται στο κενό σαν βοντβίλ, με μόνο σκοπό τον εντυπωσιασμό και το γέλιο.
Ειδικά το τελευταίο προέρχονταν αποκλειστικά από τους σεξουαλικούς υπαινιγμούς -που για να είμαστε ειλικρινείς μόνο υπαινιγμοί δεν ήταν. Ισως επηρεασμένος από την απουσία κάποιας βαθύτερης στοχοθεσίας, βρήκα την παράσταση σε πολλά σημεία άστοχα προκλητική. Δεν θέλω να ηθικολογώ αλλά δεν θέλω κιόλας να χαχανίζει ο κόσμος με τον Αριστοφάνη. Ολοι συμφωνούμε εξάλλου ότι το γέλιο οφείλει να είναι εκδήλωση μιας βαθιάς πνευματικής διεργασίας, όχι αποτέλεσμα της συμπτωματικής αντίδρασης στο σόκιν. Η μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη προσφέρεται ακριβώς για μια τέτοια πνευματική διεργασία, για μια ουσιαστική γνωριμία με τον αρχαίο κωμικό και τον κόσμο του.