Η χάρη τους έχει φτάσει μέχρι την Τζαμάικα. Οι Locomondo μπορεί να είναι μια καλή παρέα φίλων, όμως, δεν πήγαν στην άλλη άκρη του κόσμου για διακοπές και καλοπέραση, αλλά για να ηχογραφήσουν τον δεύτερο δίσκο τους, «12 μέρες στην Τζαμάικα». Είναι οι πρώτοι Ελληνες που έκαναν εκεί δίσκο. Και όχι με όποιον κι όποιον. Δούλεψαν υπό την επίβλεψη ενός από τους πιο στενούς συνεργάτες του Μπόμπ Μάρλεϊ, τον τρομπονίστα Βιν Γκόρντον.
 «Παίζουμε ρέγκε για να κάνουμε τον κόσμο να χορεύει και να χαμογελάει», λένε οι Locomondo |
Από τότε βέβαια έχει ακολουθήσει και άλλη δουλειά, το πρόσφατο «We Wanna Dance» και περιοδείες εντός και εκτός Ελλάδας. Τελευταία έκαναν και το σάουντρακ για την ταινία «Γαμήλιο πάρτι». Ενώ από την Πέμπτη και για κάθε δεύτερη Πέμπτη θα εμφανίζονται στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου. Μιλήσαμε με δύο από τους εφτά, τον τραγουδιστή και βασικό συνθέτη, Μάρκο Κούμαρη και τον κιθαρίστα Γιάννη Βαρνάβα.
- Πώς έγινε και ηχογραφήσατε στην Τζαμάικα;
Μ. Κούμαρης: Ο μουσικός παρονομαστής όλων μας είναι η μουσική της Καραϊβικής, δηλαδή ρέγκε, ska, rock steady, dub. Η Τζαμάικα είναι η Μέκκα κάθε ρέγκε μουσικού. Ημασταν τυχεροί, γιατί σε ένα support που κάναμε στους Skatalites, μας άκουσε ο Βιν Γκόρντον, ο βετεράνος τρομπονίστας τού Studio one, όπου έγιναν θρυλικές ρέγκε ηχογραφήσεις. Μας κάλεσε και πήγαμε για δυο βδομάδες.
- Σας καθοδήγησε;
Μ. Κούμαρης: Ναι και ήταν τρομερή εμπειρία. Είναι θρύλος. Οταν είχε πυροβοληθεί ο Μάρλεϊ, στο σπίτι ήταν ο Γκόρντον, ο μάνατζερ και η γυναίκα του. Είναι πολύ απλός άνθρωπος. Οποτε έρχεται στην Ελλάδα, βρισκόμαστε και τα λέμε, πάμε και τρώμε ψάρια.
- Στον ίδιο δίσκο υπάρχει και η ρέγκε εκδοχή της «Φραγκοσυριανής». Πώς σας ήρθε και κάνατε ρέγκε το πιο κλασικό ρεμπέτικο κομμάτι;
Μ. Κούμαρης: Ταιριάζει ο ειρμός του στίχου της για ρέγκε. Δεν μπορούν να διασκευαστούν όλα τα τραγούδια. Η διασκευή είναι μεγάλη τέχνη. Μπορεί να γίνει πολύ πρόχειρα και να βγει μια βλακεία. Εμείς είχαμε ήδη την ιδέα και λίγο η αύρα της Τζαμάικα, λίγο η επιρροή του Γκόρντον, έγινε.
- Γιατί χρησιμοποιείτε ελληνικό στίχο;
Μ. Κούμαρης: Η ρέγκε, όπως και τα ρεμπέτικα, μιλάει για τα προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν είναι όπως του σκυλάδικου, που κατά 99% έχει θέμα την ερωτική ζωή. Ο στίχος της έχει σημασία και πρέπει να γίνεται κατανοητός. Στις συναυλίες την ώρα των αγγλικών τραγουδιών η προσοχή διασπάται, ο κόσμος μπορεί να πάει στο μπαρ να πάρει ποτό. Με τα ελληνικά μιλάς στο κοινό πιο άμεσα.
- Το παράδοξο είναι ότι, ενώ είναι χαρούμενη και χορευτική μουσική, έχει κοινωνικό και πολιτικό στίχο.
Μ. Κούμαρης: Ο Μάρλεϊ ήταν ένας από αυτούς που έβγαζε θρησκευτικά και πολιτικά μηνύματα. Αλλά με γρίφους συνήθως. Ηταν ο πρώτος σταρ του τρίτου κόσμου. Ο πρώτος που βγήκε από τις φτωχογειτονιές και τα γκέτο και έβγαλε τη φωνή της Τζαμάικα στην Ευρώπη. Η ρέγκε γενικά όμως έχει και άλλες θεματολογίες.
Γ. Βαρνάβας: Ενας ακόμα κοινός παρονομαστής της μπάντας είναι ότι θέλαμε να φτιάξουμε μουσική, που κάνει τον κόσμο να χορεύει και να χαμογελάει, αλλά να περνάει και μηνύματα. Η ρέγκε, χωρίς να είναι καταθλιπτική, το κάνει αυτό.
Μ. Κούμαρης: Υπάρχουν μουσικές που ήθελαν μέσα από την οργή και την κατάθλιψη να εκφράσουν πράγματα. Ο κύριος λόγος ούτως ή άλλως που γράφεις μουσική είναι επειδή έχεις την ανάγκη να βγάλεις κάποια πράγματα. Η δική μας είναι να μοιραστούμε τη χαρά μας όταν παίζουμε και να περιγράψουμε τον κόσμο όπως τον βλέπουμε.
- Χρησιμοποιείτε και παραδοσιακά όργανα, όπως μπουζούκι και μπαγλαμά. Γιατί;
Μ. Κούμαρης: Ο καθένας έχει ένα παρελθόν. Εγώ έχω παίξει πολύ ρεμπέτικα, λαϊκά. Ημουνα 10 χρόνια στη Γερμανία -όπου σπούδασα και τζαζ- και έχω γνωρίσει και αυτή τη μουσική πολύ. Το να χρησιμοποιήσουμε μπουζούκι ήταν και σαν σήμα κατατεθέν για να μας διαχωρίσει από τα υπόλοιπα ρέγκε συγκροτήματα. Μπορεί στην Ελλάδα να είμαστε εξαίρεση, αλλά σε Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, και Ιταλία, η ρέγκε ίσως είναι η νο1 μουσική που εκφράζει τη νεολαία στην εγχώρια γλώσσα.
- Στην Ελλάδα γιατί νομίζετε ότι δεν υπάρχουν ρέγκε συγκροτήματα;
Μ. Κούμαρης: Το 1960 ήταν παράδοξο να μιλάμε για ελληνόφωνο ροκ, ενώ σήμερα είναι αυτονόητο. Ισως αργούμε. Είμαστε μια χώρα με ισχυρή παράδοση. Οι Γερμανοί το αργότερο στις αρχές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχαν εξαλείψει κάθε ρίζα παραδοσιακής μουσικής -μπορεί και για πολιτικούς λόγους- και μπορούσαν να δεχτούν ξένες μουσικές. Η Γαλλία, πάλι, έχει κατακλειστεί από χιλιάδες μετανάστες, που φέρνουν ισχυρές παραδόσεις, όπως την αραβική, την αφρικάνικη.
- Εσείς θα θέλατε να δημιουργήσετε ένα ρεύμα ρέγκε;
Μ. Κούμαρης: Η ρέγκε είναι το όχημα. Δεν μπορεί να πεις ότι είμαστε ρεγκάδες, είναι αστείο. Είμαστε παιδιά της πλατείας Μαβίλη, της Βούλας, του Χαλανδρίου. Κάνουμε αυτό που μας αρέσει. Επηρεαζόμαστε από τη ρέγκε, αλλά ούτε ρασταφάρι είμαστε, ούτε πιστεύουμε στον Τζα.
- Ποια είναι η φιλοσοφία της ρέγκε;
Γ. Βαρνάβας: Γεννήθηκε στην Τζαμάικα από Αφρικανούς σκλάβους που είχαν ανάγκη να αποκτήσουν πολιτισμική ταυτότητα. Τη βρήκαν στον ρασταφαριανισμό, που ήταν κίνημα θρησκευτικό, πολιτικό και κοινωνικό. Πίστευαν ότι ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ ήταν η μετενσάρκωση του Χριστού και ότι η πραγματική Βίβλος μιλάει για έναν μαύρο θεό.
Μ. Κούμαρης: Η Γη της Επαγγελίας γι' αυτούς ήταν η Αφρική. Ζούσαν φυσιολατρικά. Οι σκληροπυρηνικοί δεν κούρευαν τα μαλλιά τους. Η ρέγκε και η χρήση μαριχουάνας τούς έφερναν σε επαφή με τον θεό τους. Οταν απελευθερώθηκε η Τζαμάικα στα μέσα του '50, το σάουντρακ της καινούργιας Τζαμάικα -που βέβαια έμεινε προτεκτοράτο- ήτανε το ska. Απο τη ska, που ήταν πιο ελαφριά και χιουμοριστική, προέκυψε η ρέγκε. Γύρω από το Κίνγκστον υπήρχαν γκέτο, πορνεία, φτωχογειτονιές. Εκεί γεννήθηκε η νέα μουσική που πήγαινε πιο αργά από τη ska, ίσως λόγω της επήρειας κάποιων ουσιών.
* Οι υπόλοιποι Locomondo είναι οι: Στράτος Σούντρης, Σταμάτης Γούλας, Σπύρος Μπεσδέκης, Μιχάλης Μούρτζης και Θανάσης Ταμπάκης. Το σάιτ τους είναι www.locomondo.gr και myspace.com/locomondo