Ο Τομ Μακάρθι γεννήθηκε το 1969 και ζει στο Λονδίνο. Το πρώτο του κιόλας βιβλίο, τα «Απομεινάρια», έγινε μπεστ σέλερ στην Αμερική και είχε πολύ καλές πωλήσεις στη Βρετανία. Οι «Times» διατάζουν το βιβλίο του να διαβαστεί δύο φορές, η «Guardian» δηλώνει πως «το κόλπο δεν είναι πια να βρεις έναν Νταν Μπράουν ή μια Ρόουλινγκ, αλλά τον επόμενο Μακάρθι!», ο «Independent» τον εκθειάζει. Τα πνευματικά του δικαιώματα παραχωρήθηκαν ήδη στην εταιρεία παραγωγής FILM4. Το 2006 οι bloggers τού έδωσαν το Βραβείο Καλύτερου Μυθιστορήματος.
 Ο ήρωας του Μακάρθι χάνει μέρος της μνήμης του από ατύχημα και αποζημιώνεται με 8 εκατ. λίρες. Τις χρησιμοποιεί για να αναπαραστήσει όσα θυμάται... Στη φωτό ο συγγραφέας στα γραφεία του εκδοτικού οίκου «Πάπυρος» |
Κάτι πέφτει στο κεφάλι ενός τύπου. Χάνει μέρος της μνήμης του και κερδίζει 8 εκατομμύρια λίρες αποζημίωση, με τα οποία προσπαθεί να ξαναβρεί τον εαυτό του, αναπαριστώντας κομμάτια της μνήμης που του έμειναν. Με κτίρια και ηθοποιούς. Αυτά διηγείται ο Μακάρθι στα «Απομεινάρια». Βρεθήκαμε κάτω από τα υπέροχα ζωγραφιστά ταβάνια του εκδοτικού οίκου «Πάπυρος», που μόλις εξέδωσε το μυθιστόρημα σε μετάφραση Ολγας Γεράκη. Και είχαμε μαζί του μια συζήτηση που ανακάτευε με ρυθμό τα πάντα. Από τον Προυστ και το εγκληματολογικό μέχρι τον Αγαμέμνονα και το μποτιλιάρισμα.
- Πώς προκύπτει μια τέτοια ιδέα για βιβλίο;
«Η ιδέα μού ήρθε εντελώς ξαφνικά. Ημουν σε ένα πάρτι και στην τουαλέτα έπεσε το μάτι μου σε μια ρωγμή στον τοίχο και στις γάτες στην απέναντι στέγη. Είχα ένα πολύ ισχυρό deja-vu, αλλά κατάλαβα πως δεν ήταν μια πραγματική μνήμη. Υπάρχει ένα κομμάτι στον Προυστ που περιγράφει πώς μπορείς να θυμάσαι μια σκάλα που να μην υπάρχει, απλώς γιατί την έχεις φτιάξει σαν ένα κολάζ από εικόνες που έχεις στο μυαλό σου. Σκέφτηκα πως θα ήταν ενδιαφέρον να το αναπαράγω αυτό».
- Και πώς περνάμε από αυτό στη βία;
«Σκέφτηκα τι θα γινόταν αν προσπαθούσε κάποιος να αναπαραγάγει ένα βίαιο περιστατικό, όπως μια ληστεία τράπεζας. Αυτό κλιμακώθηκε σε στιγμές ακραίας βίας και σε μισή ώρα είχα όλο το βιβλίο στο κεφάλι μου. Είναι ένα πολιτικό βιβλίο για τον έλεγχο, την εξουσία, την αντίσταση. Ακόμα και στην πραγματικότητα.
Ο ήρωας είναι βίαιος προς τους άλλους, αλλά προσπαθεί να ανασύρει αυτό που απομένει από τη βία η οποία "έπεσε" επάνω του. Προκύπτει ένα ηθικό ζήτημα, όταν για παράδειγμα πυροβολείται ένας άνθρωπος και η αστυνομία έρχεται, παίρνει αναφορά και μετά πλένει το δρόμο και τον ξαναδίνει στην κυκλοφορία. Αυτός λέει: "Οχι, κάποιος πέθανε εδώ, πρέπει να δώσουμε προσοχή, σεβασμό, συμπάθεια" και με έναν θρησκευτικό σχεδόν τρόπο επαναλαμβάνει τις σκηνές.
Ξεκινά ως θύμα και γίνεται θύτης. Στην Αμερική κάποιοι κριτικοί εξέλαβαν το βιβλίο ως μια κριτική της αμερικανικής πολιτικής μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αν και γράφτηκε πριν από αυτή».
- Βρίσκετε πως η γηραιά Ευρώπη έχει λόγω της μακρόχρονης ειρήνης χάσει τα αντανακλαστικά της απέναντι στη βία;
«Οπως είπε και ο Κάφκα, "δεν έχω να πω τίποτα". Δεν ήθελα να δώσω κανένα μήνυμα. Ξέρω πως προκύπτουν αλληγορίες, αλλά δεν τις ελέγχω. Νομίζω πως η καλή λογοτεχνία ανοίγει ερμηνείες της κοινωνίας μας, αλλά δεν είναι ο αρχικός μου στόχος.
Κατά μία έννοια, ο ήρωας είναι η προσωποποίηση της Δύσης και της κτηνωδίας της, αλλά και η φωνή που λέει: όχι, δεν μπορώ να ξεχάσω και να προχωρήσω. Είναι η ανθρώπινη συνείδηση».
- Οχι φανατικός της όμως...
«Τελικά, έχει χάσει όχι τη μνήμη του, αλλά την αίσθηση της αυθεντικότητάς του. Είναι σαν να γυρνάς από τις διακοπές σου και στο φωτογραφείο σού δίνουν ένα φιλμ από τις διακοπές μιας άλλης οικογένειας. Και αυτοί διακοπές είναι, αλλά δεν είναι εσύ. Μετά το ατύχημά του βλέπει πως τελικά όλη η κοινωνία γύρω του έχει το ίδιο σύνδρομο. Ολοι προσπαθούν αμήχανα να αναπαραστήσουν κομμάτια από διαφημίσεις και σινεμά. Αντί να αποδεχτεί την απώλεια της αυθεντικότητας, προσπαθεί να την ανακτήσει μέσω της καταστροφής και της βίας».
- Εχετε μεγάλη εμμονή με τη λεπτομέρεια, σχεδόν εργαστηριακή. Είναι ζήτημα γούστου ή εργαλείο σας;
«Στην προσέγγιση στο στιλ του Εγκληματολογικού που συχνά υιοθετώ υπάρχει μια λογική. Τα παραμικρά ίχνη μπορεί από τη μια να είναι απολύτως βαρετά, αλλά από την άλλη αφηγούνται μια ιστορία. Ετσι, ακόμα και ένα κομμάτι πεζοδρόμιο είναι υπέροχο. Οπως ο Ταρκόφσκι περνάει την κάμερα για τέσσερα ολόκληρα λεπτά πάνω από πεσμένα φύλα, την κίνηση του νερού, το χώμα... Είναι μια ποιητική εμμονή με τον κόσμο».
- Είχατε από την αρχή αποφασίσει πως θα εξελισσόταν έτσι η ιστορία;
«Ναι, αυτός θέλει να ξαναστήσει τον κόσμο με έναν τρόπο όπου θα μπορεί να νιώσει μέσα του αυθεντικός. Είναι κεντρική θεματολογία στη λογοτεχνία για αιώνες. Ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, έχοντας μια ήρεμη ζωή, διαβάζει βιβλία όπου ιππότες σκοτώνουν δράκους και νιώθει μη αυθεντικός. Εκτός και αν κάνει και αυτός το ίδιο. Η αναπαράσταση του εγκλήματος στον Αμλετ ή η αρχαία ελληνική τραγωδία, όπου ο Χορός αναπαριστά τόσο βασανιστικά αργά τα γεγονότα της πλοκής, εντάσσονται στο ίδιο μοτίβο. Προσπάθησα να το μιμηθώ σε μέρη του βιβλίου. Ερχεται ο Αγαμέμνονας από 10 χρόνια πόλεμο και του παίρνει μία ώρα να μπει στο σπίτι του, γιατί ο χορός πιάνει και του θυμίζει τα πάντα... Ελεος!».
- Αλλοι καιροί, άλλοι ρυθμοί...
«Ναι, με το πάσο τους... προς την καταστροφή! Αν και σήμερα που πήρα ένα ταξί να έρθω δεν μου πήρε λιγότερο!».