Η Ευανθία Καΐρη και η Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου ήταν πρόσωπα υπαρκτά και σύγχρονα αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ. Χάρη στην συγγραφέα Αννίτα Παναρέτου αλληλογραφούν στις σελίδες του βιβλίου «Η παρηγορία των επιστολών σου...», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα». Η ίδια μας εξηγεί...
 Αννίτα Παναρέτου: Ενιωσα πως χρωστούσα αυτή την επικοινωνία στις ηρωίδες μου |
- Πώς προέκυψε η ιδέα;
«Την ίδια περίπου εποχή που έπεσε στα χέρια μου η αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου μου έστειλαν και τα πρακτικά ενός συνεδρίου για την Ευανθία Καΐρη. Οταν διάβασα το υλικό, ο συσχετισμός ήταν αναπόφευκτος. Αισθάνθηκα ότι είχα ανακαλύψει την Αμερική - αν και δεν ήταν έτσι αφού υπήρχε ήδη βιβλιογραφία για αυτές. Εντελώς συναισθηματικά σκεφτόμουν ότι ήταν και οι δύο γυναίκες δυστυχείς, ακριβώς επειδή βρέθηκαν μπροστά από την εποχή τους...».
Στη σκιά του αδελφού
- Θα θέλατε να μας τις «συστήσετε»;
«Βεβαίως. Η Ευανθία έζησε στην Ανδρο και ήταν αδελφή του Θεόφιλου Καΐρη. Αυτός κληρικός, φιλόλογος, φιλόσοφος, εμπνευστής μιας καινούργιας θρησκείας, αγωνιστής της Επανάστασης του '21 και πολιτικός της. Παραστάτης σε όλες τις εθνικές συνελεύσεις και αυτός που προσφώνησε τον Καποδίστρια όταν έφτασε στην Ελλάδα, στην Αίγινα. Ηταν ο δάσκαλος της. Χάρη σ' αυτόν έγινε εξαιρετικά μορφωμένη, έμαθε αρχαία ελληνικά, γαλλικά και εξοικειώθηκε με σύνθετες μαθηματικές και φιλοσοφικές έννοιες σε μια εποχή που η γραφή και η ανάγνωση ήταν πολυτέλεια. Στις επιστολές της μάλιστα είναι προφανής ένας πλατωνικός έρωτας για τον δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερο αδερφό και "Πυγμαλίωνά" της. Κάτι που ούτε η ίδια δεν θα τολμούσε να ομολογήσει στον εαυτό της. Είναι και ο λόγος που μένει στη σκιά του, ενώ θα μπορούσε να προσφέρει έργο. Εγραψε ένα θεατρικό έργο και μεταφράσεις βιβλίων από το Παρίσι».
- Και στην άλλη πλευρά;
«Η "ταλαίπωρη" Ελισάβετ Μαρτινέγκου, που είχε την κακή τύχη να ανήκει σε μια από τις αριστοκρατικότερες οικογένειες της Ζακύνθου. Μια από τις βάρβαρες συνήθειες της τάξης της ήταν να κλείνουν τα κορίτσια στο σπίτι με τα παράθυρά τους φραγμένα με δικτυωτά ξύλινα καφάσια. Από το σπίτι της έβγαινε μόνο δύο φορές τον χρόνο για να πάει νύχτα να μεταλάβει στην κοντινότερη εκκλησία, με καλυμμένο το πρόσωπο.
Για να μη μοιράζονται οι περιουσίες τους, οι ευγενείς έπρεπε να παντρεύουν μόνο ένα από τα αρσενικά παιδιά, οπότε αντιλαμβάνεστε ποια ήταν η αναλογία μεταξύ γαμπρών και νυφών. Ετσι η Ελισάβετ παρέμεινε έγκλειστη. Είχε μάλιστα περιπέσει στο "κακούργημα" να ερωτευτεί, όταν ήταν μικρή, στο εξοχικό τους, έναν "ποπολάρο". Οταν το έμαθαν την έκλεισαν στη σοφίτα και της ανέβαζαν φαγητό εκεί για να μην κυκλοφορεί ούτε και μέσα στο σπίτι! Προσπαθώντας να γεμίσει τον άδειο χρόνο της άρχισε να γράφει. Ολοκλήρωσε 40 έργα, από τα οποία τα 35 θεατρικά, τραγωδίες, μεταφράσεις του Αισχύλου και έμαθε μόνη της άψογα γαλλικά και ιταλικά. Κάποια στιγμή βρέθηκε ο Μαρτινέγκος, μέγας προικοθήρας, ο οποίος όμως τη σέβεται και μαζί ζουν παντρεμένοι δύο χρόνια, μέχρι που δεκαέξι μέρες μετά τη γέννηση του γιου της πεθαίνει από επιπλοκές της γέννας».
Ενιωθα χρέος
-Και σχεδόν 200 χρόνια μετά συναντιέστε και οι τρεις...
«Ηταν δυο σύγχρονες δυστυχισμένες γυναίκες, που ενώ είχαν φλόγα μέσα τους, επηρεασμένες από τον Διαφωτισμό, δεν μπόρεσαν ποτέ να πετάξουν. Είπα τι κρίμα που δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Θα ήταν τουλάχιστον μια παρηγοριά η μία για την άλλη. Και τελείως συναισθηματικά σκέφθηκα να τους το προσφέρω. Ακούγεται πολύ μελό αυτή τη στιγμή... Ξεκίνησα νιώθοντας ένα χρέος απέναντί τους, ότι έστω και μετά το θάνατό τους κάποιος το χρωστούσε σε αυτές τις γυναίκες, και είπα να το αποτολμήσω».
-Πόσο δύσκολο ήταν να ακολουθήσετε την αφήγηση μέσα από επιστολές;
«Ηταν σύνθετο θέμα, ομολογώ. Εκανα μια τριετή έρευνα στη βιβλιογραφία της Ζακύνθου, της Ανδρου και της Σύρου, να βρω περιστατικά της εποχής τα οποία άθροισα με τα περιστατικά που σημάδεψαν την ελληνική Ιστορία πριν και κατά την Επανάσταση. Επρεπε να τοποθετήσω τις επιστολές έτσι ώστε τα γεγονότα να είναι σχετικά. Απαιτούσε σύνθεση, αλλά πέρασα τόσο καλά μαζί τους που δεν το σκέφτηκα στιγμή».
- Δεν φοβηθήκατε την αποσπασματικότητα της αλληλογραφίας;
«Ναι, αλλά ήθελα την αμεσότητα του διαλόγου. Να μπορώ να συμμετάσχω και εγώ. Γιατί ταυτίστηκα και με τις δύο. Πιο πολύ με την Ελισάβετ γιατί, τηρουμένων των αναλογιών, η ζωή μου είχε κάποια κοινά στοιχεία. Προφανώς δεν έζησα έγκλειστη, αλλά είχα μια μητρική καταπίεση που είχε στόχο την ελευθερία μου -πνευματική και ψυχική- και με ενοχλούσε πάρα πολύ. Οπότε την καταλάβαινα περισσότερο».
- Ποια η μεγαλύτερη δυσκολία και ανασφάλεια μιας τέτοιας προσπάθειας;
«Θα έλεγα η γλώσσα. Αλλά λίγο πολύ οι ίδιες μού υπέδειξαν μέσα από τα κείμενά τους τη γλώσσα τους, μέσα από την οποία θα έπρεπε να τις γνωρίσουμε».
Δεν λέω «κάτω οι άνδρες»
- Προορίζατε το βιβλίο ως μια καταγγελία φεμινιστική;
«Οχι, βγήκε από μόνο του. Ομολογώ πως δεν είμαι φεμινίστρια του "κάτω οι άνδρες". Προφανώς είμαι υπέρ της ισότητας, αλλά μέσα στο πλαίσιο των διακριτών ρόλων ανδρών και γυναικών. Δεν θα ήθελα με τίποτα ένας άνδρας να σφετεριστεί το ρόλο μου ως γυναίκα. Οπως δεν θα το έκανα αντίστοιχα. Με απωθεί. Μια γυναίκα που ασχολείται και με τα του οίκου της, το σπίτι, το φαγητό, την οικογένεια, έχει κάτι που είναι μεγάλη πολυτέλεια πια. Ικανοποιεί κύρια φυσικά της ένστικτα. Τη μητρότητα, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, το ερωτικό, την προσφορά του φαγητού, τη διατήρηση της εστίας και του μητρικού βάθους που υπάρχει σε όλους μας...».
- Οι ηρωίδες σας όμως δεν είχαν ούτε αυτό...
«Γι' αυτό και η καταγγελία τους είναι άμεση και ευθαρσής. Και βέβαια είναι φεμινίστριες. Παραδόξως, σίγουρα, θα ζήλευαν τις ταξικά κατώτερές τους γυναίκες, γιατί είχαν περισσότερη ελευθερία να ζήσουν. Τις φαντάζομαι να τις βλέπουν να ανασκουμπώνονται για να ζυμώσουν, να ξεκουμπώνουν το στήθος τους όταν ζεσταίνονται δουλεύοντας, ακόμα και να χαριεντίζονται. Και ήταν και κρίμα γιατί τρεις δεκαετίες μετά από αυτές, όλη η Ευρώπη -και μαζί η Ελλάδα- αλλάζει και ο ρόλος της γυναίκας μαζί της. Τελικά καμιά από τις ηρωίδες δεν πρόλαβε να ζήσει, όντας σε ένα κατώφλι της Ιστορίας. Η μια ήταν άτολμη και η άλλη στοιχειωμένη. Απλώς ήταν λίγο γνωστές τότε, για να γίνουν τώρα γνωστότερες. Σκεφτείτε, όμως, πόσες άλλες τέτοιες γυναίκες δημιούργησαν, αγωνίστηκαν και παρήλθαν άγνωστες...».