«Μουσικές απευθυγραμμίσεις». Ετσι περιγράφει ο συγγραφέας Ολιβερ Σακς τις διαταραχές ασθενών του που τον ενέπνευσαν και τις συγκέντρωσε στο τελευταίο του βιβλίο «Μουσικοφιλία: Ιστορίες Μουσικής και Εγκεφάλου». Ο κεντρικός άξονας που τις περιστρέφει είναι ο τρόπος που οι ασθενείς του λαμβάνουν τη μουσική -με έναν τρόπο «παραμορφωτικό»- και πώς αυτός επηρεάζει ολόκληρη την ήδη περίεργη ζωή τους.
Ο συγγραφέας τού «Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του για καπέλο και άλλες κλινικές ιστορίες» (εκδόσεις Καστανιώτης), που ανέβηκε στο Παρίσι το 1993 διασκευασμένο από τον Πίτερ Μπρουκ το '93 και εδώ από τον Δημήτρη Τάρλοου το 2005, του βιβλίου στο οποίο βασίστηκε το σενάριο της ταινίας «Ξυπνήματα», και πρόσφατα τού «Ενας Ανθρωπολόγος στον Αρη», αυτή τη φορά παρουσιάζει περιπτώσεις ασθενών του που χάθηκαν στα κύματα του ήχου.
Ανάμεσά τους τα πλέον παράδοξα. Ενας συνθέτης ατονικής μουσικής αρχίζει να έχει ψευδαισθήσεις και βλέπει παντού στο έργο του τονικότητα και μελό. Ξαφνικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια και νανουρίσματα παίζουν ασταμάτητα στο κεφάλι του και του επιβάλλουν μια κατάσταση τρέλας. Ενας μουσικός «σοφός» -κάτι αντίστοιχο των αυτιστικών σοφών, των ανθρώπων υπολογιστών που υπολογίζουν συνεχώς τα πάντα- παρουσιάζει «φωνογραφική» μνήμη και μαθαίνει τη μελωδία από εκατοντάδες όπερες μαζί με όλα τα λιμπρέτα και το τι παίζει το κάθε όργανο. Ενας συνθέτης με συναισθησία βλέπει τους ήχους σαν χρώματα, για την ακρίβεια όλα τα χρώματα των ήχων και ξεχωρίζει ακόμα και την απόχρωση όλων των τόνων. Ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου ο Τσε αποκαλύπτεται πως ήταν κουφός στο ρυθμό και μπορούσε να χορεύει άνετα ρούμπα καθώς η ορχήστρα έπαιζε τανγκό, ενώ ο Φρόιντ και ο Ναμπόκοφ ήταν εντελώς ανίκανοι να απολαύσουν οποιοδήποτε είδος μουσικής.
Ο δόκτωρ Σακς γράφει όχι μόνον ως γιατρός και επιστήμονας, αλλά επεκτείνεται και στη φιλοσοφική πλευρά με λογοτεχνικό ύφος. Αφετηρία του η εξερεύνηση των τρόπων με τους οποίους η μουσική ενεργοποιεί βασικά κέντρα της κίνησης μαζί με το συναίσθημα, βοηθώντας ασθενείς με Πάρκινσον, αφασικούς, με άνοια και κινητικά προβλήματα, στο πλαίσιο της όλο και πιο δημοφιλούς μουσικοθεραπείας, που πια χρησιμοποιείται ακόμα και για να βελτιωθούν οι επιδόσεις κορυφαίων αθλητών.
«Η μουσική», λέει ο Ολιβερ Σακς, «μπορεί να λειτουργήσει σαν μια προυστική μνημονική, που εκμαιεύει συναισθήματα και σχέσεις που είχαν ξεχαστεί, δίνοντας στον ασθενή πρόσβαση σε μνήμες, σκέψεις και κόσμους που φαίνονταν πραγματικά χαμένοι».
Οπως και σε προηγούμενα έργα του ο συγγραφέας ανασύρει μέσα από αυτές τις περίεργες διασυνδέσεις νευρώνων και ερεθισμάτων, την αντοχή του ανθρώπινου μυαλού. Την ικανότητα μερικών ανθρώπων να βρίσκουν την τέχνη μέσα στα βάσανα, ώστε να προσαρμοστούν στη στέρηση και την απώλεια. Ανάμεσα στις περιπτώσεις που χρησιμοποιεί είναι ανοϊκοί που αναπτύσσουν μουσικά ταλέντα και, ακόμα πιο χαρακτηριστικά, τα παιδιά με σύνδρομο Williams, που παρουσιάζουν ταυτόχρονα χαμηλό δείκτη νοημοσύνης και εξαιρετικά υψηλή ικανότητα τόσο στη μουσική (μια γυναίκα μαθαίνει άριες σε 30 γλώσσες) όσο και στην αφήγηση.
Και βέβαια το έργο έχει τη μυρωδιά του κειμένου, που θα μετατραπεί εύκολα σε ταινία. Με πολύ καλό σάουντρακ.