 Ο Κένεθ Φράμπτον το 1997, μαζί με 20 αρχιτέκτονες και πανεπιστημιακούς απ' όλο τον κόσμο, συνυπέγραψε κείμενο που ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση να μην προχωρήσει στην εγκατάσταση ενός μεγάλου μουσείου για την Ακρόπολη στη θέση Μακρυγιάννη |
Αγωνία για το μέλλον των πόλεων στην εποχή της περιβαλλοντικής κρίσης εκφράζει ο καθηγητής Κένεθ Φράμπτον, ο κορυφαίος σε παγκόσμια κλίμακα κριτικός και ιστορικός της Αρχιτεκτονικής, σε συνέντευξη που μας έδωσε λίγες μέρες πριν έρθει στην Αθήνα. Τη Δευτέρα δίνει διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής (7 μ.μ., είσοδος με δελτία προτεραιότητας που θα διανέμονται δωρέαν μια ώρα πριν).
Πίσω από τον ιδιαίτερα πυκνό λόγο του προβάλλει ένας ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος πολίτης και επιστήμονας, που δεν διστάζει να ρίχνει τις «μπηχτές» του γι' αυτό το ιδιότυπο ράλι προς τον ουρανό που αναπτύσσεται σε ασιατικές μεγαλουπόλεις, με την κατασκευή όλο και υψηλότερων κτιρίων, αλλά και για τα γυάλινα κτίρια.
 Παράδειγμα προς αποφυγήν, κατά τον Φράμπτον, ο 160 ορόφων πύργος Burj στο Ντουμπάι |
Γεννημένος στη Βρετανία, ο 78χρονος μελετητής σπούδασε στο Λονδίνο και εργάστηκε ως αρχιτέκτονας. Από το 1966 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ, όπου αρχικά διετέλεσε καθηγητής στο Πρίνστον και στη συνέχεια στο περίφημο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπου διδάσκει ώς σήμερα. Εχει επιδοθεί με ιδιαίτερη επιτυχία στο γράψιμο, με συνεργασίες σε ξεχωριστά αρχιτεκτονικά περιοδικά (Architectural Desing, Oppositions) και βιβλία, μεταξύ των οποίων το «Μοντέρνα Αρχιτεκτονική», που αποτελεί το «ευαγγέλιο» των νέων αρχιτεκτόνων και διδάσκεται σε όλες τις σχολές.
Σταθερά τοποθετημένος στις αρχές του μοντερνισμού, εκθειάζει τις λιτές γραμμές των Σκανδιναβών αρχιτεκτόνων (Αλβαρ Ααλτο) και τον μινιμαλισμό των Γιαπωνέζων (Ταντάο Αντο), ενώ είναι έκδηλος ο θαυμασμός του για τον Γάλλο Λε Κορμπιζιέ. Σε αυτούς ανατρέχει στη συνέντευξη που ακολουθεί:
 Η υποδειγματική διαμόρφωση του Φιλοπάππου από τον Δ. Πικιώνη και η απόλυτη εναρμόνιση του «Ξενία» στο άγριο τοπίο των Μετεώρων, που σχεδίασε ο Α. Κωνσταντινίδης, εντυπωσίασαν τον Κ. Φράμπτον κατά την προ 30ετίας επίσκεψή του στην Ελλάδα |
«Για μένα η ιδέα της αρχιτεκτονικής δεοντολογίας δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά από το 1935, όταν ο Αλβαρ Ααλτο διεύρυνε την έννοια του λογικού, στην ομιλία του "Ορθολογισμός και Ατομο". Σε εκείνη την περίπτωση είχε χρησιμοποιήσει το φάσμα του χρώματος για να υπαινιχθεί τον αριθμό των επιπέδων συμπεριφοράς του περιβάλλοντος. Μέσα από αυτή τη μεταφορά, κατάφερε να αγγίξει έναν αριθμό διαφορετικών, λογικών κριτηρίων, μεταξύ των οποίων και τα ψυχολογικά. Την ίδια ώρα, κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει ένα παγκόσμιο μοντέλο οικιστικής ανάπτυξης. Οι περιορισμοί και οι ευκαιρίες ποικίλλουν ανάλογα με τη θέση, την περιοχή, το κλίμα, τους διαθέσιμους πόρους κ.λπ. Στην πραγματικότητα, η επιβολή μεγιστοποιημένων παγκόσμιων τεχνικών, όπως είναι τα ερ-κοντίσιον, τα αντιβιοτικά, τα τεχνητά λιπάσματα, οι γενετικά τροποποιημένοι σπόροι, η διέλευση των αυτοκινήτων, οι απόλυτα διαφανείς κατασκευές και η άλογη επέκταση των προαστίων, επιτείνουνι την περιβαλλοντική ανισορροπία. Στην εποχή των τραυματικών κλιματικών αλλαγών και της παγκόσμιας ανόδου των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων, επιβάλλεται να θέσουμε όρια στην επέκταση της κοινωνίας της κατανάλωσης».
- Σε αυτές τις κοινωνικές συντεταγμένες, ποιος είναι ο ρόλος και η ευθύνη των αρχιτεκτόνων;
«Είναι προφανές ότι το απελευθερωτικό μοντέρνο πρόγραμμα, με την έννοια που του δίνει ο Χάμπερμας, παραμένει ανολοκλήρωτο. Βεβαίως, τα μέσα με τα οποία μπορούσε να υλοποιηθεί έχουν αλλάξει. Η ιστορική στιγμή είναι τελείως διαφορετική από εκείνην της δεκαετίας του '60. Από αυτή την άποψη, η επικείμενη τήξη των παγόβουνων της Ανταρτικής δεν είναι ενθαρρυντική. Η αρχιτεκτονική μικρό μόνο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει, αλλά αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο καλούμαστε να εργαστούμε. Ετσι προκύπτει η σπουδαιότητα της αειφορίας και η αναγκαιότητα της επίτευξής της σε πολιτιστικό και τεχνολογικό επίπεδο. Το κεφάλαιο δεν ελέγχει και δεν μπορεί να ελέγχει την αναπαραγωγή και την τροποποίηση των «φυσικών» συνθηκών παραγωγής με τον ίδιο τρόπο που δηλώνει ότι ρυθμίζει τη βιομηχανική παραγωγή των αγαθών».
- Εχετε ασχοληθεί συστηματικά με την ανάπτυξη των μεγαλουπόλεων. Σας ανησυχεί η εντεινόμενη αστικοποίηση;
«Η αστικοποιημένη περιοχή ή megapolis είναι μια παγκόσμια κατάσταση, που δεν μπορεί να αντιστραφεί. Πιστεύω, πάντως, πως μπορεί να τη διαχειριστεί κανείς με τροποποιήσεις στην πυκνότητα και την τοπογραφία της και με τη μνεία για δημόσιες συγκοινωνίες σε διάφορα επίπεδα. Είναι πλέον γενικώς αποδεκτό ότι από άποψη ενέργειας, ρύπανση, και διάρκειας ταξιδιού, πόλεις που απέχουν μεταξύ τους έως 500 χιλιόμετρα πρέπει να συνδέονται με τρένα υψηλής ταχύτητας και όχι με αεροπλάνο ή αυτοκίνητο. Εμβαθύνοντας, μπορεί κανείς να πει ότι με όρους αειφορίας πρέπει να κηρυχθούν παράνομοι οι χώροι στάθμευσης με άσφαλτο. Αν λάβουμε υπόψη μας τη διάβρωση, τη μόλυνση και το φαινόμενο της θερμικής νησίδας, είναι προτιμότερες οι κατασκευές χώρων στάθμευσης με χαλίκι ή γκαζόν. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορούμε πλέον να κατασκευάζουμε πόλεις υπό την κλασική/ιστορική έννοια.
 Προσηλωμένος στις λιτές φόρμες του μοντερνισμού, ο Φράμπτον προσεγγίζει με καχυποψία την ασαφή γεωμετρία του μουσείου Γκουγκενχάιμ στο Μπιλμπάο, που σχεδίασε ο Φρ. Γκέρι |
Δεν είναι, όμως, λύση ούτε αυτή του Ντουμπάι με τον Burj Tower των 160 ορόφων. Δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε τον Ταντάο Αντο, που είχε τη δύναμη να διακηρύξει ότι η αρχιτεκτονική δεν μπορεί να αναπτυχθεί πάνω από ένα ορισμένο ύψος. Ολα αυτά στρέφουν την προσοχή μας στο Τόκιο, με πληθυσμό 35 εκατομμυρίων, ως πρωταρχικό παράδειγμα megapolis. Τουλάχιστον, όμως, εκεί το 78% του πληθυσμού πηγαίνει στη δουλειά του με τις δημόσιες συγκοινωνίες, έναντι περίπου 50% στο Λονδίνο ή 4% στο Λος Αντζελες».
- Τα τελευταία χρόνια η αρχιτεκτονική έχει γίνει της μόδας και έχει ενταχθεί στο σύγχρονο marketing. Διαβλέπετε κινδύνους;
«Ζούμε στην "κοινωνία του θεάματος" και ο Γκι Ντεμπόρ στο έργο του το 1984 σημειώνει κάτι προφητικό: "Είναι πραγματικά κρίμα που ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η κοινωνία του θεάματος απαλλάσσει την εξουσία από το να αναλάβει τις ευθύνες για τις παραληρηματικές της αποφάσεις, αυτή θεωρεί ότι δεν χρειάζεται πλέον να σκέπτεται και πράγματι δεν είναι ικανή να σκεφτεί».
Μετά βίας μπορεί κάποιος να υποτιμήσει την άκρως θεαματική συμβολή των σταρ αρχιτεκτόνων προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό εξηγείται με πολλούς τρόπους, από τον κορεσμό μας σε εικόνες που προβάλλουν τα ΜΜΕ ώς τη μάλλον παθολογική ανάγκη μας για πιο αποτελεσματικές μορφές διέγερσης. Υπάρχει, έπειτα, ο επαγγελματικός ανταγωνισμός για δημοσιότητα μέσα από τα μίντια, για να μην αναφέρω τον ανταγωνισμό μεταξύ θεσμών ή πόλεων, π.χ. την υποχρέωση να στηριχθεί από χορηγίες ακόμα ένα κτίριο του Φρανκ Γκέρι -το λεγόμενο σύνδρομο Μπιλμπάο. Παρ' όλα αυτά, πιστεύω ότι δεν είναι αυτή η μόνη αιτία της ανικανότητάς μας να διατυπώσουμε αρχιτεκτονική πρόταση φιλική προς τον πολίτη. Ο τεχνολογικός (δηλαδή βιομηχανικός) πολλαπλασιασμός των ελεύθερων αντικειμένων όλων των σχημάτων και μεγεθών είναι ενδεχομένως ένας πιο θεμελιώδης λόγος για την ανικανότητα των αρχιτεκτόνων να σκεφτούν με όρους πολίτη».
- Πώς τοποθετείστε απέναντι στις εξεζητημένες κατασκευές που κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια;
«Υποθέτω ότι υπαινίσσεστε την αποκαλούμενη αρχιτεκτονική υψηλής τεχνολογίας, που αναδύθηκε στην ευρωπαϊκή σκηνή με το Κέντρο Πομπιντού του Παρισιού, που σχεδιάστηκε από τους Ρίτσαρντ Ρότζερς και Ρέντζο Πιάνο το 1983. Από πολλές απόψεις το κτίριο αυτό επηρεάστηκε από τις διαστημικής τεχνολογίας εμπνεύσεις της ομάδας Archigram. Το κλειδί της σύλληψης ήταν ότι το κέντρο Πομπιντού θα ήταν μια «μηχανή για εκθέσεις», μεταφορά που υποστηρίχθηκε από την τελική μορφή του: το κτίριο περικυκλώθηκε από περίπλοκες σωληνώσεις ανεξαρτήτως αν υπήρχαν υπηρεσίες στο μπροστινό μέρος του προς το δρόμο ή πρόσβαση πεζών στην πλευρά της πλατείας. Εκεί, άλλωστε, είναι που βρίσκουμε μια μεγαλύτερη σωλήνα, στην οποία προσαρμόζονται κυλιόμενες σκάλες.
 Πριν από μια 30ετία, το κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι, των Ρ. Ρότζερς και Ρ. Πιάνο, σηματοδότησε το πέρασμα της αρχιτεκτονικής στη «βιομηχανική» εποχή της |
Αυτή η τεχνοκρατική σύνθεση αντικατέστησε άραγε την αρχιτεκτονική τάση των μέσων του 19ου αιώνα για ιστορικιστικές αναφορές; Ως ένα βαθμό ναι, γιατί, κατά τ' αλλα, ο αστικός ιστός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν μια "μηχανή για κατοίκηση".
Σε ό,τι αφορά την τεχνολογία, σε καμία περίπτωση δεν βρισκόμαστε στο τέλος της ιδεολογίας, αφού η απόφαση για τη χρήση της μιας ή της άλλης τεχνικής, του βαθμού και του πλαισίου της, είναι προ-ειλημμένη εξαιτίας πολιτιστικών αξιών και μοντέλων. Ας θυμηθούμε τον Λουίς Μπαραγκάν, ο οποίος είχε πει ότι "περίπου το μισό γυαλί που έχει χρησιμοποιηθεί σε τόσα πολλά κτίρια θα έπρεπε να αφαιρεθεί, ώστε να εξασφαλίσουμε την ποιότητα του φωτός που θα μας επιτρέπει να ζούμε και να εργαζόμαστε πιο συγκεντρωμένοι". Υπάρχουν προκαταλήψεις που ενίοτε εμποδίζουν την ανάπτυξη μιας αρχιτεκτονικής γλώσσας πιο λογικής και εύκαμπτης».
- Είστε αισιόδοξος ότι μέσα από την όξυνση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων θα γεννηθεί ο σύγχρονος τύπος πολίτη;
«Η απουσία της συλλογικότητας είναι εμφανής σε πολλά επίπεδα σήμερα. Εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό στην αδυναμία μας να αναπτύξουμε και να διατηρήσουμε ένα κοινωνικο-οικονομικό και οικολογικά έγκυρο σχέδιο εγκατάστασης, ιδίως στον αστικό ιστό. Εκδηλώνεται και στην αδυναμία μας να μειώσουμε την εξάρτησή μας από το αυτοκίνητο, χρησιμοποιώντας τη δημόσια συγκοινωνία». *