Ο ίδιος πιστεύει ότι οι ιστορίες που περιλαμβάνονται στη συλλογή διηγημάτων του «Η κραυγή της πεταλούδας» (σύντομα από τις εκδόσεις «Κέδρος»), αποτελούν φαινομενικά ένα αταίριαστο σύνολο. «Ωστόσο, όσοι ζήσουν λίγο μέσα τους, ίσως νιώσουν αυτή την αρχέγονη συχνότητα που δεν περιγράφεται με λόγια», λέει ο Κωστής Γκιμοσούλης.
Με δεκατέσσερα βιβλία στο ενεργητικό του (ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα), επανέρχεται εκδοτικά έχοντας την πρόθεση να «αγγίξει» διαφορετικά το αναγνωστικό κοινό του. Οντας επηρεασμένος από τις πυρκαγιές, λέει: «Θέλω τα διηγήματά μου να περιέχουν τον δικό μου τρόπο και για όλους εμάς, που είτε τρέχουμε να ξεφύγουμε από τις φωτιές είτε διαδηλώνουμε γι' αυτές στις πλατείες φορώντας μαύρα, παραμένουμε αθεράπευτα οι ίδιοι...».
- Ξεκινήσατε ως ποιητής και εν συνεχεία περάσατε στο χώρο της πεζογραφίας. Πιστεύετε ότι ένας δημιουργός μπορεί να κινείται σε διαφορετικούς εκφραστικούς χώρους, να δοκιμάζει και να δοκιμάζεται στην πορεία του;
«Ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος, μουσικός, ακατανόητος και πολλαπλός δημιουργός; Αδιάφορο. Οι σπόροι είναι πολλοί, αλλά το ρόδι ένα».
- Οι είκοσι πέντε ιστορίες της συλλογής είναι πραγματικά πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Τι ακριβώς επιδιώκετε να μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο;
«Θα σας απαντήσω αλληγορικά: ένας άγγελος που ξέπεσε ή ένας παμπόνηρος εραστής. Μια κουρτίνα γίνεται θηλιά για τη νύφη που δραπέτευσε, μια κλεμμένη Porsche καταλήγει στα χέρια ενός αδιάφορου, λίγη δροσιά στα χείλη ενός διψασμένου μπορεί να φέρει μόνο ένα κορίτσι, ο καλόγερος που ερωτεύεται κι ο ερωτευμένος που γίνεται μοναχός, μέσα από συνεχείς μεταμορφώσεις ένα σπίτι ανατινάζεται - είναι ο μόνος τρόπος για να φτιαχτεί ένα καινούργιο, οι σιαμαίες είναι ένα διπλό μαύρο ρόδο που δεν συναντάς κάθε μέρα, τρεις μάγισσες στην αγκαλιά ενός ξένου, ένας σκύλος πράσινος κι ένας μαύρος με άσπρο αστέρι στο στήθος, το μεγάλο κύμα έρχεται να γκρεμίσει κάθε εγωισμό και καλά κάνει. Γιατί, ο πραγματικός δημιουργός γρατσουνάει την ψυχή. Δεν δημιουργεί γύρω του ειδωλολάτρες...».
- Πόσο αληθινά είναι λοιπόν τα παραμύθια;
«Τα παραμύθια είναι αληθινά όσο και η ζωή. Δηλαδή, ψέματα. Ομως, τα παραμύθια πλησιάζουν και περιγράφουν τη ζωή καλύτερα απ' ό,τι μπορεί να πετύχει η ίδια».
- Ωστόσο, η ίδια η ζωή επιβάλλει κάποτε ν' αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα ως παραμυθική. Αναρωτιέμαι για τη δύναμη της τέχνης απέναντι στον πόνο και τον όλεθρο...
«Η δύναμη της τέχνης εξαρτάται από το πόσο μπορεί να διασκεδάσει, θυμίζοντας ταυτοχρόνως στους ανθρώπους πως ο μόνος τρόπος για να μην πονάνε είναι να μην αποφεύγουν πια τον πόνο».
- Χρειαζόμαστε πια παραμύθια σε καταστάσεις όπως αυτή η πρόσφατη των πυρκαγιών, των ανθρώπων που κυριολεκτικά κάηκε η ζωή τους;
«Για την τεράστια καταστροφή τα λόγια είναι φτωχά. Μονάχα η ψυχή τους κι η ψυχή μας το ξέρει. Σε κάθε πένθος -γιατί περί πένθους από κάθε άποψη πρόκειται- γινόμαστε για λίγο καλύτεροι. Μετά μεσολαβεί ο χρόνος, που δεν γιατρεύει αλλά φαινομενικά απαλύνει, και ξαναγινόμαστε τα γνωστά καθάρματα. Συνεχίζουμε την ίδια τυφλή επιβίωση λες κι είμαστε αθάνατοι. Αυτό που έγινε μας έδειξε πως όταν ζούμε χωρίς σκοπιμότητες, όταν δεν κρίνουμε, συγκρίνουμε κι αδιαφορούμε, ζούμε καλύτερα. Και φεύγουμε ελεύθεροι».
- Τι συνέπειες θα έχει κατά τη γνώμη σας αυτή η καταστροφή; Ειδικά στην περίπτωση της Αρχαίας Ολυμπίας, ως συμβόλου πολιτισμού.
«Η Αρχαία Ολυμπία είναι κάτι περισσότερο από σύμβολο. Είναι και ήταν ένα υπέροχο εσωτερικό τοπίο που σ' έκανε να νιώθεις ομορφότερος. Είναι επίσης και κάτι που έφτιαξαν κάποιοι "άλλοι", πολύ παλιοί, για να τους επαναφέρει μια αίσθηση. Αυτή η αίσθηση είναι πολύτιμη. Χρειάζεται να σωθεί».
- Πότε ένας συγγραφέας οφείλει να σιωπά ή αντιθέτως να δυναμώνει τη φωνή του; Είναι μια σκέψη που αιωρείται πάντοτε σε ανάλογες περιπτώσεις...
«Ο ρόλος αυτού που δημιουργεί είναι να ζει. Με κάθε τρόπο κι έντονα. Ο δημιουργός, μικρός ή μεγάλος, θέλει να κρατάει ζωντανή την ψυχή, τη δική του και των γύρω του. Δεν έχει σκοπό μόνο να τα ματσώνει και να δημιουργεί αυλοκόλακες. Επειδή τότε θα είναι νεκρός».
- Εχω όμως την εντύπωση πως ελάχιστοι δημιουργοί «βγήκαν» και μίλησαν, «έτριξαν» τα δόντια, πήραν πάνω τους την κατακραυγή μιας ολόκληρης κοινωνίας...
«Σε λίγο έρχονται εκλογές και θα προσπαθήσουν να μας μουδιάσουν πάλι. Τους συμφέρει να κοιτάμε τη δουλίτσα μας και την κοιλίτσα μας. Το μικροόφελος του καθενός είναι το δικό τους όφελος. Μη βολευτείτε. Μη "μασήσετε". Δικό μας χρέος να μη σβήσει η φλόγα που άναψαν μέσα μας (ειρωνικό είναι!) οι φωτιές. Κλείστε τ' αυτιά στο θόρυβό τους. Κρατήστε την ουσία».