Ενδεχομένως για να υποβαθμίσει τον αντίκτυπο της υπόθεσης Ζαχόπουλου, η βλοσυρή ΝΕΤ παρουσίασε το μεσημέρι της περασμένης Κυριακής ένα ακόμη ασυνάρτητο δελτίο ειδήσεων αφιερωμένο κατ' αρχάς, και επί ένα τέταρτο της ώρας, στις σεισμικές δονήσεις με επίκεντρο το Λεωνίδιο, στις οποίες προσέδωσε, επιστημονική αδεία, διαστάσεις εφάμιλλες εκείνων του Big Bang, ενώ ηλικιωμένες νοικοκυρές μοιρολογούσαν: «Κουνήθηκε ο πολυέλαιος... κουνήθηκε ο πολυέλαιος...» Στη συνέχεια, το κανάλι παραχώρησε δέκα ολόκληρα λεπτά σε μια ομιχλώδη αλληλουχία πένθιμων πλάνων από την άτονη, απελπιστικά μελαγχολική τελετή των Θεοφανίων στον Πειραιά, που τη χαρακτήρισε «εορτασμό ιδιαίτερης λαμπρότητας» - μια μνημειώδης φράση καταχωρημένη στο αρχείο των κλισέ απ' τους ένδοξους καιρούς της ΥΕΝΕΔ. Ακολούθησε επιδόρπιο τριών λεπτών για την απόπειρα αυτοκτονίας του επονομαζόμενου «δικηγόρου» και, τέλος, τα σοκολατάκια της αθλητικής επικαιρότητας, κατ' εξοχήν κυριακάτικης. Αλλο τίποτα. Και μ' αυτό τον προκρούστειο σχεδιασμό του μενού γλιτώσαμε τουλάχιστον τις κορώνες της Χίλαρι Κλίντον.
Το τι αποτελεί είδηση και τι όχι ισοδυναμεί με μιαν απορία που με ταλαιπωρούσε ήδη από την αθώα δεκαετία του '70. Γιατί και πότε ένα συμβάν εγγράφεται στη ζώνη της λεγόμενης ειδησεογραφίας; Φαινομενικά αφελές, το ερώτημα μοιάζει πλέον, σήμερα, αρκετά βαθύ και περίπλοκο ώστε η αμηχανία που προκαλεί, αν το καλοσκεφτείς, συμπαρασύρει στην αμφισβήτηση έναν ολόκληρο κυκεώνα τεχνικών κριτηρίων που ενορχηστρώνονται κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των «νέων» από τα δελτία και τα πρωτοσέλιδα. Τέτοια αδιευκρίνιστα κριτήρια, υπαγορευμένα τάχα από τη «φυσικότητα» της «γενικής» συνείδησης της επικαιρότητας, καταλήγουν ωστόσο να συγκροτούν τον ίδιο τον αδιαφανή πυρήνα του επιταχυντή των ΜΜΕ, αφού τα ΜΜΕ κάνουν κυρίως αυτό: δρομολογούν την απορρόφηση της ιεράρχησης των ειδήσεων από την αστραπιαία κυκλοφορία τους στην οθόνη μιας μνήμης όλο και πιο ρηχής, όλο και πιο αβέβαιης, όλο και πιο προσωρινής.
Οι παλιοί, έμπειροι δημοσιογράφοι συμβούλευαν τους νεώτερους να περιγράφουν το «πώς είναι τα πράγματα και όχι το πώς θα ήθελαν να είναι». Αυτή η παραίνεση μου φαινόταν πάντοτε αδιέξοδη όσο και μια σοφιστεία. Κατ' ουσίαν οι αρχισυντάκτες προέτρεπαν τους νεοσύλλεκτους να ειδησεογραφούν λογοκρίνοντας τον διαβόητο υποκειμενικό παράγοντα, δηλαδή, για να το πούμε μια κι έξω, την ερμηνεία. Ομως δεν χρειάζεται να είναι κανείς ο Νίτσε προκειμένου να υποστηρίξει ότι δεν μπορεί να υπάρξει φαινόμενο ανεξάρτητο από την ερμηνεία του και ότι, αν ένα συμβάν, οποιοδήποτε, γίνεται αντιληπτό, είναι ειδικά επειδή παρουσιάζεται φορτισμένο με συγκεκριμένες σημασίες.
Για παράδειγμα, εφόσον επιλέξουμε να σταθούμε στο πιο εκκωφαντικό ορόσημο του περασμένου αιώνα, η πτώση της βόμβας στη Χιροσίμα θα στοιχειοθετούσε ούτως ή άλλως την κορυφαία είδηση της εποχής, επειδή έπεσε στα κεφάλια 300.000 Γιαπωνέζων, όμως το γεγονός ότι τραυμάτισε, επίσης, ανεπανόρθωτα τον ιστό του χωροχρόνου, ανοίγοντας μια γιγαντιαία τρύπα στην ηθική θωράκιση της ανθρωπότητας, η οποία έκτοτε δίνει απαθώς τη συγκατάθεσή της σε αμέτρητα απονενοημένα άλματα στο κενό - αυτή η παράμετρος από ποιο ειδησεογραφικό πρακτορείο καλύφθηκε; Εδώ, λοιπόν, το «πώς είναι τα πράγματα και όχι το πώς θα θέλαμε να είναι» παρουσιάζει αυτομάτως μιαν όψη λιγότερο ανέμελη. Ποια ήταν άραγε η αυθεντική απόχρωση της είδησης, ποιο ήταν το αληθές της περιεχόμενο; Μήπως το ότι οι Αμερικανοί βομβάρδισαν την Ιαπωνία με ατομικά όπλα για να δώσουν, όντως, μιαν ακαριαία λύση στον πόλεμο, τερματίζοντας ένα παρατεταμένο ολοκαύτωμα, ή μήπως το ότι η ίδια η καλπάζουσα τεχνολογία πίεζε αφόρητα προς την κατεύθυνση μιας έκρηξης που θα άνοιγε τις πύλες της Κόλασης;
Συνάγεται ότι οι έμπειροι δημοσιογράφοι, συμβουλεύοντας τους νεώτερους να περιγράφουν το «πώς είναι τα πράγματα και όχι το πώς θα ήθελαν να είναι», δεν εξαντλούσαν την ειλικρίνειά τους. Το μυστικό του επαγγέλματος αφορούσε τη ριζική αδυναμία να ξεφύγεις από τη νοηματοδότηση του συμβάντος, που θα πει πως επωμιζόσουν την ανέντιμη υποχρέωση να την αγνοήσεις, η δε περίφημη αντικειμενικότητα, όπως έδειξε η εμπειρία, δεν ήταν παρά ένας χονδροειδής συμβιβασμός ανάμεσα στη στρατηγική των συμφερόντων των ΜΜΕ και στην ελαχιστοποίηση της απόκλισης από την εκάστοτε «αυθόρμητη» στάση της κοινής γνώμης. Η δύναμη των γιγάντων της δημοσιογραφίας συνδεόταν ειδικά με αυτή τη μύχια γνώση, ταυτόσημη ας πούμε μ' εκείνη του Εντγκαρ Χούβερ, στον οποίο αποδίδεται το απόφθεγμα «Nothing is true». Η ακατάβλητη ισχυρογνωμοσύνη του διευθυντή των «Times της Νέας Υόρκης» πήγαζε απ' το ότι ήξερε πως καμία είδηση δεν ήταν απολύτως και ουσιαστικά αληθινή, ακριβώς όπως η δύναμη του πάπα Λέοντος 10ου πήγαζε απ' το ότι ήξερε πως δεν υπήρχε Θεός.
Ετσι, το προφανές, το πρόδηλο, το θεωρούμενο αυτονόητο, το «αντικειμενικό», το «φυσικό», όλα τα μεγάλα κουρασμένα ιδανικά του πολιτικού ρομαντισμού της ανερχόμενης αστικής τάξης του 19ου αιώνα, με τα οποία γαλουχήθηκαν γενεές γενεών, μέχρι και η δική μου, αιωρούνται αυτή τη στιγμή σαν τα τετριμμένα και αδιάφορα κατάλοιπα ενός πολιτισμού στου οποίου την προκεχωρημένη αποσύνθεση η είδηση φιλοξενείται μόνον και μόνον για να πλαισιώνει σεμνότυφα εκείνο που, αρχικά, υπήρξε ο κράχτης της, δηλαδή τα σκουπίδια των τηλεοπτικών κληρώσεων ή τα DVD και τα βιβλία μιας χρήσεως που διανέμονται με τα κυριακάτικα φύλλα των εφημερίδων.
Για να μη μακρηγορώ, τα ΜΜΕ θερίζουν ό,τι έσπειραν, δηλαδή τον υπερθεματισμό, την αχαλίνωτη και αδηφάγο υπερβολή, την αδιάκοπη ρελάνς, το διπλό και τετραπλό ποντάρισμα πάνω στην υποτιθέμενη «ρεαλιστική» αντικειμενικότητα, την οποία οι σχολές δημοσιογραφίας διδάσκουν στα παπαγαλάκια για να τη μεταχειρίζονται σαν άλλοθι εν ονόματι ενός όλο και πιο ωμού «πραγματισμού» τύπου AGB. Η είδηση χάθηκε απ' τα μάτια εκείνων που η ίδια είχε τυφλώσει με τους καταιγισμούς της. «Αντικειμενική», ούτως ώστε να είναι δήθεν απαλλαγμένη από νόημα και άρα να κινείται ταχύτερα στη σκηνή μιας ενημερωτικής φρενίτιδας που κάνει τους διαφημιστές να αγάλλονται, η είδηση άγγιξε την απόλυτη κενότητα.
Αυτό το μηδέν έγινε το πλεονέκτημα της μεταμοντέρνας πολιτικής, αρχικά στις ΗΠΑ, ύστερα στην Ευρώπη κι έπειτα στις περιφερειακές χώρες, όπως η Ελλάδα: από την πανωλεθρία του Χρηματιστηρίου και τις υποκλοπές μέχρι τα ανδραγαθήματα του Ζαχόπουλου, τα γεγονότα, και μολονότι «συμβαίνουν» με την κυριολεκτική σημασία του όρου, στερούνται πραγματικότητας και διαλύονται στον ορίζοντα της τηλεοπτικής παραίσθησης μαζί με τα απορρυπαντικά και τις σερβιέτες. Υποφέρουμε από την έλλειψη πραγματικότητας και ο τρελός σουρεαλισμός των ΜΜΕ μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με τα στερητικά συμπτώματα της κοινωνίας των τηλεθεατών. Θυμίζω πως, όταν βρίσκεσαι σε κατάσταση στέρησης, όλα τα ερεθίσματα απ' τον έξω κόσμο, υλικό και αιθερικό, οξύνονται στο έπακρο.