Πριν από ένα μήνα, παραμονές του Πάσχα των Καθολικών, έλαβα φιλική επιστολή από τον συνάδελφό μου Oskar Ballon, καθηγητή της Νομικής Σχολής του Ζάλτσμπουργκ, με εδραία μουσική παιδεία -κάτι αυτονόητο στην πατρίδα του. Μου έγραφε ότι πολύ συχνά ακούει τους δυο ψηφιακούς δίσκους με το ορατόριο του Γιάννη Μπουφίδη Ωρα Απιέναι, αφιερωμένο στη δίκη και τη θανάτωση του Σωκράτη.
Ο χαρακτηρισμός του ήταν καίριος και δίκαιος: ein wirklich beeindruckendes Werk! (ένα πραγματικά εντυπωσιακό έργο). Ηθελε να το χαρίσει σε δυο καλούς του φίλους, επίσης μ' ευγενική μουσική καλλιέργεια. Φυσικά ανταποκρίθηκα αμέσως και με χαρά στην παράκλησή του, όμως και με την πικρία ότι το έργο του Γιάννη Μπουφίδη, στη δική μας χώρα, παραμένει άγνωστο για τους πολλούς.
Τώρα, καθώς ξημέρωνε η Πρωτομαγιά, ο Γιάννης άφησε την τελευταία βασανισμένη πνοή του στο αντικαρκινικό νοσοκομείο του Αγίου Σάββα.
 Γιάννης Μπουφίδης |
Τη μουσική του είχα πρωτογνωρίσει πριν από δώδεκα χρόνια, στο πλαίσιο μιας από τις επισκέψεις τού τότε τιτουλάριου μητροπολίτη Βρεσθένης και ήδη τιμημένου αρχιεπισκόπου Αμερικής π. Δημητρίου. Ερχόταν τότε συχνά στο σπίτι μας ο Δημήτριος, και στη δική του φιλοσοφημένη θεολογία η οικογένειά μου οφείλει τη στέρεη ηθική στήριξη που είχαμε ανάγκη, όταν σκότωσαν την κόρη μας και τον σύντροφό της. Μας είχε φέρει λοιπόν ο Δημήτριος το πρώτο μεγάλο μουσικό έργο του Μπουφίδη, το Ορατόριο της Σταύρωσης -τρεις ψηφιακούς δίσκους αφιερωμένους στην Εβδομάδα των Παθών. Οταν, προ ετών, ο Οικουμενικός Πατριάρχης μας π. Βαρθολομαίος είχε επισκεφθεί επισήμως την Ουάσιγκτον, ο Μπουφίδης, με μεγάλη αμερικανική συμφωνική ορχήστρα και χορωδία, είχε εκτελέσει αποσπάσματα από αυτό το Ορατόριο της Σταύρωσης, κάτω από τον επιβλητικό θόλο του Καπιτωλίου.
Πολλές φορές είχα αναζητήσει τη Σταύρωση του Μπουφίδη στα αθηναϊκά καταστήματα δίσκων, αλλά παντού το έργο ήταν άγνωστο... Παρά ταύτα εκείνος απτόητος συνέχιζε το δημιουργικό έργο του. Ετσι έγραψε άλλα δύο ορατόρια: τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, αφιερωμένο στα 550 χρόνια από την Αλωση, καθώς και το Ωρα Απιέναι, αφιερωμένο στην καταδίκη και την εκούσια πορεία του Σωκράτη προς το θάνατο.
Η ωραία μουσική του Μπουφίδη είχε την ατυχία να μη συναντήσει το ενδιαφέρον εκείνων που στον τόπο μας κυριαρχούν στη διοργάνωση και προώθηση μουσικών δημιουργιών. Η συναισθηματική συντριβή που με διακατέχει, τώρα που τόσο πρόωρα και βαριά χτυπημένος έφυγε από το δικό μας κόσμο, δεν μου επιτρέπει να διολισθήσω σε πικρά λόγια. Αρκούμαι στην παραδοχή ότι ο Γιάννης υπήρξε άτυχος στον τομέα της προβολής του έργου του.
Δάσκαλος και εξεταστής γνωστών ωδείων, με πολλούς δικούς του τίτλους ειδικών μουσικών σπουδών, είχε αρχικά, διακριθεί, πριν από αρκετές δεκαετίες, με τις λειτουργίες και άλλες ιερές ακολουθίες που εκτελούσε στον ιερό ναό της Αγίας Παρασκευής στη Νέα Σμύρνη, όπου διηύθυνε από κοινού μεγάλη τετράφωνη χορωδία και συμφωνική ορχήστρα. Από μακρινές συνοικίες των Αθηνών προσέρχονταν πιστοί και γίνονταν δέκτες μοναδικής μυσταγωγίας. Ομως, όταν η περιοχή αποσπάστηκε από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και αναδείχθηκε σε αυτοτελή μητρόπολη, ο ήδη προ πολλού εκδημήσας πρώτος μητροπολίτης, από τα πρώτα μέτρα που ένιωσε την ανάγκη να επιβάλει, ήταν να διώξει τον Μπουφίδη, τη χορωδία και την ορχήστρα του. Τα δικά του μουσικά πρότυπα ήταν άλλου, αδιάλλακτα αντίθετου, επιπέδου. Πολλά χρόνια αργότερα, στη μία και μοναδική ιδιαίτερη συνάντηση που είχα με τον τότε, επίσης ήδη εκδημήσαντα, αρχιεπίσκοπο, του είχα προσφέρει τα τρία ορατόρια του Γιάννη, με την ευχή να φροντίσει εκείνος για την ανασύσταση της χορωδίας και της ορχήστρας του. Είχε αρνηθεί, ευγενικά, επικαλούμενος τη δυσφορία που νιώθουν οι περισσότεροι ελλαδικοί επίσκοποι, ακούγοντας έστω και μόνο τη λειτουργία του Σακελλαρίδη.
Διαμετρικά αντίθετη ήταν η πολύ θετική εκτίμηση από τους ειδικούς της σοβαρής μουσικής. Ετσι ο Κωστής Δεμερτζής, με έγκυρη και τεκμηριωμένη γνώση, είχε επισημάνει τις γενικές αρχές αισθητικής που χαρακτηρίζουν το έργο του Μπουφίδη:
(α) την αντίληψη του ωραίου, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τη Δυτική αισθητική, ως αισθητική του διευρυμένου ευρωπαϊκού χώρου, δηλαδή ενός χώρου ο οποίος προέρχεται απευθείας -ιδίως ως «αισθητική» από τον Ελληνικό
(β) το βυζαντινό και το γενικότερο παραδοσιακό μέλος, επίσης ως συνέχεια -διαφορετική από την προηγούμενη- της ελληνικής μουσικής. Και
(γ) τον βυζαντινό τρόπο, ως μελοποιία του νεότερου ποιητικού λόγου. Αυτό αφορά και τη δύναμη των εκτελεστών που χρησιμοποιεί ο Μπουφίδης, που είναι συμφωνική ορχήστρα, λαϊκά όργανα (με προεξάρχον το κλαρίνο), χορωδία, σολίστες, ψάλτης και αφηγητές. Το αποτέλεσμα είναι ένας χαρακτηριστικός «ελληνικός» ήχος, που κινείται σε τόνους μιας διαρκούς έξαρσης, μ' έναν τρόπο πρωτότυπο.
Αν είν' αλήθεια, καθώς διαβάζουμε, ότι ο Handel είχε ακούσει τη μουσική του Μεσσία του από τους αγγέλους, όμοια όπως και ο δωδεκαετής Mozart απ' τους αγγέλους είχε ακούσει τη θεσπέσια λειτουργία του Ορφανοτροφείου, τότε δεν μπορεί παρά να μην είναι εξωπραγματική η μυστική προσδοκία πως τους αγγέλους θ' ακούει τώρα στον ουρανό ο Γιάννης να ψάλλουν τον κορυφαίο ύμνο του από το Ωρα Απιέναι: ουκούν ψυχή ου δέχεται θάνατον... Αθάνατον άρα ψυχή!
Οπωσδήποτε όμως ο συντάκτης αυτών των γραμμών, με συναίσθηση των πιέσεων που ασκεί η πραγματικότητα των εγκοσμίων, στο ξόδι του Γιάννη δεν μπορεί να έχει άλλη ευχή, παρά, τώρα που έφυγε από τη ζωή, να ευαισθητοποιηθούν κάποιοι -κι ασφαλώς διαθέτει ο τόπος μας ευαίσθητες καρδιές- που θα ενδιαφερθούν να μάθουν το μουσικό έργο του Μπουφίδη, να το προσέξουν, να το αγαπήσουν και να το προωθήσουν. Αν όχι, για την υστεροφημία του Γιάννη, οπωσδήποτε όμως για την ανάδειξη μιας αληθινής εθνικής περιουσίας στο χώρο της σοβαρής μουσικής.