Το εργαστήριο του ζωγράφου Γιώργου Ρόρρη στον Σταθμό Λαρίσης, ένα πορφυρό, ταλαιπωρημένο κτήριο ανάμεσα στα πορνεία της περιοχής, δεν είναι απλώς ο χώρος που επέλεξε ο καλλιτέχνης για να ζωγραφίζει.
 Ο ζωγράφος στο εργαστήριό του και οι... μούσες του Γιάννα, Γεωργία και Μπλε Αλεξάνδρα |
Είναι ένας ψηλοτάβανος «βιότοπος» με υγρούς, φθαρμένους τοίχους, ξύλινα πατώματα και γύψινο διάκοσμο στην οροφή, ορατός και αναγνωρίσιμος στους περισσότερους πίνακες του ζωγράφου. Η προκλητική αφίσα με τον πίνακα του Κουρμπέ «Η καταγωγή του κόσμου» στον τοίχο συνδιαλέγεται περίφημα με την εικόνα των μεταναστών και των φαντάρων, που περνούν το κατώφλι τού απέναντι πορνείου.
Καθώς περιμένω τον ζωγράφο να ετοιμάσει καφέ ανακαλώ τα λόγια που μου είπε πρόσφατα ένας άλλος σημαντικός δημιουργός, ο σκηνοθέτης Λάκης Παπαστάθης: «Ο Ρόρρης είναι αναμφισβήτητα ο σπουδαιότερος Ελληνας ζωγράφος». Λίγη ώρα μετά, οι πίνακες της νέας του έκθεσης -από τις 20 Νοεμβρίου στην Αίθουσα Τέχνης «Μέδουσα», στην οδό Ξενοκράτους 7, στο Κολωνάκι- περνούν μπροστά από τα μάτια μου. Πορτρέτα γυμνών ανθρώπων, κυρίως νεαρών γυναικών, να αποκαλύπτουν το μυστήριο της ζωγραφικής που αναδύθηκε από τη συνέργεια της φθαρτής ύλης με την πνοή του ζωγράφου.
- Καταγράφετε πιστά στους πίνακες και το περιβάλλον του εργαστηρίου. Θα μπορούσατε, όμως, ως ζωγράφος και να τον μεταπλάσετε. Γιατί αυτή η επιλογή;
«Δεν έχω τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη στη φαντασία μου, ούτε μεγάλη εκτίμηση στις δυνατότητές μου να δημιουργήσω κάποιες εικόνες όπως τις θέλω εγώ. Επιθυμώ ο πίνακας όταν τελειώνει να έχει τη δύναμη να διεισδύσει, να εγκατασταθεί στη μνήμη του θεατή. Και αυτή η δυνατότητα επιτυγχάνεται μόνο με το επίμονο κοίταγμα της πραγματικότητας. Εκ πρώτης όψεως η πραγματικότητα φαίνεται κοινότοπη, αλλά η δουλειά του ζωγράφου είναι να καταστεί και ό ίδιος ένα όργανο που μέσα από την πενιχρότητα της καθημερινής κατάστασης να διακρίνει την ομορφιά».
- Δεν αντιγράφετε όμως την πραγματικότητα.
«Οχι. Η πραγματικότητα είναι χαοτική. Ο πίνακας είναι μια γλώσσα οργανωμένη, έχει συντακτικό, γραμματική, λέξεις. Απειρες μεν, αλλά οι λέξεις πρέπει να δομηθούν σωστά για να υπάρξει επικοινωνία».
- Υπάρχει μια αρχική ιδέα πριν ξεκινήσετε να ζωγραφίζετε;
«Υπάρχει πάντα ένα οπτικό ερέθισμα. Δεν έχω ποτέ την ιδέα να ζωγραφίσω, για παράδειγμα, μια γυναίκα κολλημένη στη γωνία ενός τοίχου. Η γυναίκα απέναντι μου είναι ένα οπτικό ερέθισμα. Η πραγματικότητα σου μιλάει με χίλιες φωνές, δημιουργείται ένα είδος μαγείας, μια κατάσταση παραισθητική. Εάν αυτό το παραισθητικό θέαμα σε παρασύρει, τότε μπορείς να κάνεις έναν μεγάλο πίνακα, να καταγράψεις τη ζωτική σου επιθυμία να μιλήσεις με τις χιλιάδες φωνές της πραγματικότητας».
- Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός σας βρίσκεται ο άνθρωπος;
«Ναι. Αλλά θα έλεγα καλύτερα ο άνθρωπος μέσα στο δωμάτιο. Ο αέρας, το φως αλλά και το ίδιο το δωμάτιο νοηματοδοτείται από τη διαφορετική αύρα κάθε ανθρώπου. Αυτή η αύρα αντικατοπτρίζεται, ανακλάται, έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώνει και να αλλοιώνει το ίδιο το περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, καλείσαι να ζωγραφίσεις τη γυναίκα του καιρού σου. Δεν είναι ίδια η γυναίκα του 2007 μ' εκείνη του 1987 ή του 1940. Εχει αλλάξει το περπάτημά της, το στήσιμο του σώματός της, η κίνηση που κάνει το χέρι της για να χαιρετήσει, το ίδιο το δέρμα, το πώς κατανέμεται το πάχος μέσα στο σώμα της. Πολλές ζωγραφικές σήμερα κάνουν ένα λάθος, πέφτουν στην παγίδα να αναπαραστήσουν μόνο τη νοσταλγία για τον παλιό τρόπο ζωγραφικής. Οι μορφές, τελικά, είναι ένα συμπίλημμα χειρονομιών, του πινέλου, του χεριού, του ματιού και του χρώματος».
- Πώς θα περιγράφατε τη σχέση ζωγράφου-μοντέλου;
«Δεν αντιμετωπίζω το μοντέλο ως ένα απαραίτητο εξάρτημα για να γίνει ένας πίνακας. Το μοντέλο είναι συνδημιουργός του πίνακα, συνεργάτης καθημερινός. Εκτίθεμαι κι εγώ στα μάτια του, μιλάω, κάνω μορφασμούς. Ποζάρει σε μένα διαβάζοντας ή ακούγοντας μουσική ακόμα κι όταν ζωγραφίζω τα πατώματα, τα έπιπλα και τους τοίχους του πίνακα. Μια ματιά που θα ρίξεις στο μοντέλο, η φωνή που θα ακούσεις, επηρεάζει τον τρόπο που θα ζωγραφίσεις και τον τοίχο ενός πίνακα. Αν απουσιάζει το μοντέλο, το δωμάτιο είναι κενό περιεχομένου. Δεν μ'ενδιαφέρει ένα κενό δωμάτιο».
- Πώς επιλέγετε τα πρόσωπα που ζωγραφίζετε;
«Θέλω ο άνθρωπος απέναντι μου να συνοδεύεται από μια ιστορία. Συζητάω μαζί του τα προσωπικά του τραύματα και δράματα, την καθημερινότητα, τις δυσκολίες, την αγωνία του. Δεν με ενδιαφέρει η επιδερμική σχέση ενός ανθρώπου με τη ζωή και δεν κάνω, επίσης, πορτρέτα παραγγελίες. Αυτή η ευτραφής γυναίκα, που βλέπετε στον πίνακα απέναντί σας, είναι μια γυναίκα της ύλης. Μαγείρευε, έπλεκε, έφτιαχνε παιχνιδάκια με τα χέρια της, συγύριζε. Αισθάνομαι ότι η προσωπικότητά της πέρασε στον πίνακα. Το γήινο της προσωπικότητάς της συνδέεται σε μια πρώτη βαθμίδα με τη μετάπλαση της ύλης. Και η ίδια η ζωγραφική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μεταμόρφωση, η μετάπλαση της ύλης».
- Και η σημασία του γυμνού στη ζωγραφική σας;
«Δεν θεωρώ ότι κάνω γυμνό με την έννοια που αναγνωρίζεται στην Ιστορία της Τέχνης. Με την έννοια δηλαδή της αποπροσωποποιημένης απεικόνισης του σώματος. Δεν έχουμε και την ανάλογη παράδοση σε αυτό το είδος. Η ελληνική κοινωνία απαιτούσε άλλου είδους εικόνες για να πάρει την αυτοσυνειδησία της, την Ιστορία της. Επίσης δεν ήταν αρκούντως αστική για να μπορέσει να αποδεχτεί τη γύμνια. Συνεπώς η έρευνα στράφηκε στο τοπίο. Γενικότερα ο 20ός αιώνας δεν έδωσε μεγάλες εικόνες, πλήν του Τζακομέτι στη γλυπτική, των τελευταίων έργων του Μπονάρ, της διάσπασης του κυβισμού και των έργων του Πικάσο, του Μπέικον, του Φρόιντ και του Μπαλτίς. Δεν είχαμε επίσης επινόηση καινούργιου σώματος, όπως είχε το Μπαρόκ, δεν είχαμε την Αφροδίτη τη γήινη, την Αφροδίτη της ύλης. Θα έλεγα λοιπόν ότι δεν κάνω γυμνό. Αλλά πορτρέτα ανθρώπων που δεν φορούν τα ρούχα τους».
- Θα τα αποκαλούσατε ψυχολογικά πορτρέτα;
«Ναι. Αλλα τίνος; Ακούς ανθρώπους να λένε: "Τα πορτρέτα του Ρέμπραντ είναι ψυχογραφήματα των ανθρώπων". Ουδέν ψευδέστερο. Είναι ψυχογραφήματα του Ρέμπραντ».
- Αρα, όλα αυτά τα πορτρέτα διαφορετικών ανθρώπων που βλέπω, είναι στην ουσία αυτοπροσωπογραφίες σας;
«Είναι αυτοπροσωπογραφίες μου γιατί κάθε καινούργιος πίνακας είναι μια ακόμη προσπάθεια του ζωγράφου να κατακτήσει το ύφος του και να καταλάβει ποιος είναι».
- Θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει «προκλητική» τη στάση σας να αναζητείτε με τόση επιμονή το προσωπικό σας ύφος ή την αντανάκλαση του φωτός στο τζάμι.
«Μπορεί. Μια ζωή, όμως, δόθηκε στον καθένα και πρέπει να αποφασίσει πώς θέλει να τη ζήσει. Συνειδητοποίησα ότι μέχρι να πεθάνω έχω έναν τρόπο να καταλάβω λίγο καλύτερα ποιος είμαι. Και αυτός ο τρόπος είναι η ζωγραφική. Ξεκινάς να ζωγραφίζεις μ' ένα πέπλο, μια κουρτίνα στα μάτια. Αυτή την κουρτίνα τη θέτει ο πολιτισμός, η καταγωγή σου, η ανατροφή σου, η εκπαίδευση σου. Για να μπορέσεις να ανοίξεις λίγο αυτή την κουρτίνα και να δείς με τα δικά σου καθαρά μάτια χρειάζεται μια ζωή. Αυτός είναι ο τρόπος μου και δεν μπορώ να σκεφτώ αν είναι προκλητικός ή όχι. Οσοι ασχολούμαστε με τις τέχνες κλεινόμαστε συχνά σε ένα κουβούκλιο και θεωρούμε ότι όλον τον κόσμο πρέπει να τον απασχολήσει ο Φειδίας. Θα έλεγα απλώς ότι δεν θα ήταν άσχημο κάποιος άνθρωπος, μια φορά στη ζωή του, να σταθεί για λίγο μπροστά από ένα έργο τον Φειδία».
- Σας λείπει η ζωγραφική όταν δεν ζωγραφίζετε;
«Κάποιες φορές, όταν σταματάς να ζωγραφίζεις, ανακουφίζεσαι, απελευθερώνεσαι. Αν περάσει ένα μεγάλο διάστημα, όμως, χωρίς να ζωγραφίσεις αισθάνεσαι ...μειωμένου βάρους, λιγότερο παρών στον κόσμο. Η ζωγραφική είναι η αποτύπωση του σώματός σου. Δεν γίνεται μόνο με το χέρι, αλλά ταυτόχρονα με τα σπλάχνα, το αίμα, τα νεύρα, τα μάτια, την καρδιά, το σώμα του ζωγράφου και με αυτό που βλέπει και τον συγκινεί».
*Διάρκεια έκθεσης μέχρι 19 Ιανουαρίου 2008