Οσο περισσότερο διολισθαίνουν και εξασθενίζουν τα νομίσματα των άλλων περιοχών του πλανήτη τόσο περισσότερο αναδεικνύεται σήμερα η νομισματική ισχύς της ευρωζώνης. Αυτό ισχύει τόσο με το αμερικανικό δολάριο όσο και με τα ασιατικά νομίσματα, κινεζικό και ιαπωνικό, αλλά και με εκείνο της Βρετανίας, η οποία με ιδιαίτερη επιμέλεια συνεχίζει να διατηρεί τη στερλίνα σε ελεύθερη διακύμανση έναντι του ευρώ. Ομως, η νομισματική επιτυχία του ευρώ δύσκολα συγκαλύπτει τη στασιμότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, τόσο στο πεδίο των αυξητικών ρυθμών όσο και σε εκείνο της απασχόλησης.
Η Γηραιά Ηπειρος διαπρέπει σήμερα όχι μόνον στο πεδίο της νομισματικής σταθερότητος, αλλά και σε εκείνο της ανεργίας, των αποκλεισμών και της κοινωνικής αποσάθρωσης. Με το νομισματικό κλείδωμα στην Ευρώπη και τις διολισθητικές νομισματικές τάσεις στις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη, ιδίως μετά το 2001, έχει προκύψει ένα βαθύ συναίσθημα οικονομικού αδιεξόδου στην ευρωπαϊκή περιοχή, αλλά επίσης ένα συναίσθημα βαθιάς ηθικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης, της οποίας οι ρίζες ανατρέχουν στις δεκαετίες που προηγήθηκαν.
Από τις δέκα νέες χώρες-μέλη της ευρωπαϊκής «λέσχης», που επί του παρόντος δεν συμμετέχουν στο σύστημα του ευρώ, αρχίζουν να διατυπώνονται δισταγμοί σχετικά με τη σκοπιμότητα και ωφελιμότητα της ενδεχόμενης ένταξής τους στο ευρωνόμισμα. Παρά τον ευρωπαϊκό πυρετό τους, οι βαλτικές χώρες διεκδικούν ήδη αναβολές στα προβλεπόμενα νομισματικά χρονοδιαγράμματα. Οσον αφορά τις μεγάλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης -Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία- δηλώνεται ήδη η απόφαση των κυβερνήσεών τους να θέσουν το ζήτημα της νομισματικής ένταξης σε λαϊκή ετυμηγορία. Οι ενδείξεις αυτές είναι ήδη αρκετές για να τροφοδοτούν ανησυχία και προβληματισμό στη δυτική πλευρά της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Η Λετονία αποτελεί πρότυπο της νέας ευρω-αναμονής: με δημοσιονομικό έλλειμμα κατώτερο του 2% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος κατώτερο του 20%, η χώρα αυτή καταγράφει αυξητικό ρυθμό ανάπτυξης ανώτερο του 10%, αλλά και πληθωρισμό 7%. Σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών της, «η ανάπτυξη είναι σημαντικότερη από την ανάγκη να νικήσουμε άμεσα τον πληθωρισμό και, συνεπώς, το ευρώ μπορεί να περιμένει». Ανάλογη είναι η θέση και άλλων χωρών της ανατολικής Ευρώπης.
Ομως, οι επενδύσεις που τροφοδοτούν την ανάπτυξη της ανερχόμενης πλευράς της ηπείρου χρηματοδοτούνται σήμερα από κεφάλαια που «διαφεύγουν» από τη δυτική πλευρά. Ενώ οι δώδεκα οικονομίες της νομισματικής ευρωζώνης πλήττονται από εκροή κεφαλαίων, στασιμότητα και ανεργία, η ανατολική Ευρώπη απολαμβάνει μαζικών εισροών κεφαλαίων, που τονώνουν τις αυξητικές επιδόσεις, έστω και αν αυτό συνεπάγεται πληθωρισμό τιμών. Ενώ η παλαιά Ευρώπη με τον χαμηλό πληθωρισμό απωθεί τις νέες επενδύσεις, η ανερχόμενη Ευρώπη τις προσελκύει με όπλα όχι μόνον το πολυσυζητημένο χαμηλό εργασιακό κόστος, αλλά και με την τελωνειακή ένωση και κατάργηση των δασμών με τη δυτική, όπως επίσης την «ανεκτικότητα» έναντι των πληθωριστικών νομισματικών φαινομένων.
Ενώ η Αμερική συγκρούεται με την Κίνα στο ζήτημα της νομισματικής ισοτιμίας και η ελεύθερη διακύμανση του νομίσματος θεωρείται βασικό εργαλείο προσαρμογής των οικονομιών, η ευρωζώνη έχει επιλέξει το «πάγωμα» και την αχρήστευση του νομισματικού εργαλείου, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη τη διεθνή προσαρμογή της, με βαρύ τίμημα την εξαγωγή ολόκληρων τμημάτων της παραγωγής της προς άλλες περιοχές του πλανήτη, ή ακόμη και προς την ανατολική πλευρά της ηπείρου.
Η πιο προωθημένη ευρωπαϊκή οικονομία προς το υπόδειγμα αυτό είναι η Γερμανία, η οποία αποτελεί την πρώτη εξαγωγική δύναμη στον κόσμο με εξαγωγές 935 δισ. και εξαγωγικό πλεόνασμα περίπου 200 δισ. δολαρίων το 2005. Το γερμανικό πλεόνασμα είναι ήδη διπλάσιο από το κινεζικό, ενώ το εξωτερικό ισοζύγιο της Αμερικής καταγράφει έλλειμμα ανώτερο των 700 δισ. δολαρίων. Ομως, οι εξωτερικές επιδόσεις της Γερμανίας συνοδεύονται από εσωτερική στασιμότητα της οικονομίας της. Το γερμανικό «παράδοξο» εξηγείται, εφόσον 60% της αξίας των γερμανικών εξαγωγών προέρχονται από τμήματα της παραγωγής εισαγόμενα από την ανατολική Ευρώπη.
Η Γερμανία διασώζεται σήμερα χάρη στο ότι πυροδοτεί, ενσωματώνει και εκμεταλλεύεται τον δυναμισμό της ανατολικής Ευρώπης. Οι γερμανικές βιομηχανίες κατασκευάζουν τμήματα της παραγωγής στην ανατολική Ευρώπη, τα οποία συναρμολογούν στη Γερμανία. Ανέρχεται σήμερα η κριτική επισήμανση, ότι η χώρα άγεται σε ταχεία αποβιομηχάνιση και μετατρέπεται σε «παζάρι» συναρμολόγησης βιομηχανικών τμημάτων, εισαγόμενων από την ανατολική πλευρά της ηπείρου. Με την αντιπληθωριστική νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Γερμανία «παγώνει» την οικονομία της, αλλά ενσωματώνει παραγωγικά την ανατολική πλευρά της ηπείρου, ώστε ν' αντλεί η ίδια ανταγωνιστικό πλεονέκτημα διεθνώς. Εκτιμάται ότι στη διάρκεια της τελευταίας 15ετίας, περίπου ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας «μετανάστευσαν» από τη Γερμανία στο εξωτερικό.
Στην υπόλοιπη ευρωζώνη, τα πράγματα εξελίσσονται ασφαλώς προς την αυτή κατεύθυνση, έστω και με πολύ βραδύτερους ρυθμούς. Ενώ στη δυτική πλευρά της ηπείρου διοργανώνεται εκ των άνω αντιπληθωρισμός, ύφεση και ανεργία, στην ανατολική πλευρά εμφανίζονται ακριβώς αντίθετα συμπτώματα: αλματώδης αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης, ένταση των εξαγωγών, αλλά και επιτάχυνση του πληθωρισμού. Προφανώς, ένα ενιαίο νόμισμα, όπως το ευρώ, δύσκολα θα εκάλυπτε νομισματικές ανάγκες σε τόσο διαφορετικές, αποκλίνουσες και αντιτιθέμενες οικονομικές συγκυρίες και σκοπιμότητες. Η οδηγία Μπόλκεσταϊν, ενώ απωθήθηκε στη ρητή διατύπωσή της, διατηρείται ανομολόγητα στην ουσία της.
Μπορεί η Ευρώπη των ομόκεντρων κύκλων και των πολλαπλών ταχυτήτων να εξυπηρετεί την υψηλή κερδοφορία για κάποια τμήματα του γερμανικού κεφαλαίου και κάποιες μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, όμως ποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι με αυτό τον τρόπο υπονομεύονται ανοικτά και χωρίς αντιστάθμισμα οι κοινωνικές κατακτήσεις και το βιοτικό επίπεδο των ευρωπαίων εργαζομένων; Και ποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι η σημειούμενη σήμερα απείθεια των τελευταίων σε μια σειρά από χώρες στη δυτική πλευρά της ηπείρου δεν αποτελεί φαινόμενο συντεχνιακό, αλλά συνέπεια αναμενόμενη, φυσιολογική και δικαιολογημένη;
Για το ευρώ και την τρέχουσα πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο απολογισμός δεν γίνεται με όρους ωφελημάτων, που είναι σε θέση ν' αντλούν κάποιες μερίδες του κεφαλαίου, αλλά με όρους απασχόλησης και ευημερίας για το κοινωνικό σύνολο. Από αυτή την άποψη, η ώρα της αλήθειας για το ευρώ δεν αποτελεί πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ενδεχόμενο ήδη ορατό στον ορίζοντα.