Δεν περνά δελτίο ειδήσεων που να μην περιλαμβάνει κραυγαλέες διαμαρτυρίες πολιτών για την άνιση εξέλιξη μισθών/συντάξεων και τιμών. Μισθοί και συντάξεις ανεβαίνουν με το σταγονόμετρο με πυξίδα τον ετήσιο πληθωρισμό, ενώ οι τιμές δείχνουν να ανεβαίνουν πολύ περισσότερο... από τον πληθωρισμό!
Υπάρχουν ήδη κάποιες προσεγγίσεις για το φαινόμενο. Η ψυχολογία της στρογγυλοποίησης με τα πολλά μικρά κέρματα να εντείνουν την αίσθηση μιας «ψιλικατζίδικης» νοοτροπίας (και γι' αυτό οι περισσότεροι σχεδόν ντρέπονται να τα χρησιμοποιήσουν), η ευκαιρία που δίνει η κατάσταση αυτή σε καταστηματάρχες να κερδοσκοπήσουν, αλλά και η υψηλή αξία εκκίνησης του ευρώ, είναι οι βασικοί λόγοι που τα «φθηνά ακρίβυναν» κατά τον Ν. Χριστοδουλάκη. Η Ε. Λουρή ρίχνει τις ευθύνες στις διαρθρωτικές αλλαγές που έχουν καθυστερήσει.
Η Τράπεζα της Ελλάδος από την άλλη διαρρηγνύει τα ιμάτιά της ότι πολλά αγαθά έχουν γίνει σημαντικά φθηνότερα, ενώ η ΕΣΥΕ ετοιμάζεται μάλιστα να αναθεωρήσει έως και 0,2% προς τα κάτω τον πληθωρισμό μέσω της ενίσχυσης της συμμετοχής στο καταναλωτικό καλάθι υπολογισμού του πληθωρισμού με αγαθά τα οποία έχουν γίνει φθηνότερα. Το γεγονός πάντως που παραμένει, είναι ότι οικονομικές αρχές και πολίτες έχουν εντελώς διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας. Επισημαίνεται ότι το φαινόμενο αυτό είναι σε σημαντικό βαθμό πανευρωπαϊκό. Τι συμβαίνει ακριβώς;
Πράγματι η ψυχολογία της στρογγυλοποίησης και το «κατασκευαστικό» πρόβλημα του ευρώ δεν έχουν ξεθυμάνει παρά τις αρχικές εκτιμήσεις ότι η επίδραση της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος θα ήταν σχεδόν «μια κι έξω» (one-off effect).
Οι καταστηματάρχες βρήκαν μεν την ευκαιρία να κερδοσκοπήσουν, αλλά σε αυτή την περίπτωση, η εξαιρετικά πολυπληθής αυτή τάξη θα ανέβαζε το εισόδημά της σημαντικά, πράγμα που δεν φαίνεται να έχει γίνει αφού και οι λεγόμενοι μικρομεσαίοι διαμαρτύρονται για την ακρίβεια.
Ημονοπωλιακή διάρθρωση πολλών αγορών, ή η εκτεταμένη παρέμβαση του κράτους σε κάποιες αγορές (δίδακτρα, εισιτήρια πλοίων, αεροπλάνων και ταξί, νοσοκομειακές και ιατρικές υπηρεσίες, ρεύμα, ύδρευση-αποχέτευση) οπωσδήποτε έχουν παίξει ρόλο στην ακρίβεια. Ομως, πώς εξηγείται ότι αγαθά και υπηρεσίες όπως σέρβις αυτοκινήτων, κουρεία και κομμωτήρια, αναψυκτικά και καφέδες σερβιριζόμενοι όπως και φαγητό εκτός οικίας έχουν αυξηθεί σχεδόν δυο φορές όσο ο επίσημος πληθωρισμός; Ακόμη, γιατί άλλη μια κατηγορία προϊόντων, τα τρόφιμα, έχουν επίσης πάρει την ανηφόρα;
Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει αυξημένη ζήτηση. Τόσο ο σύγχρονος τομέας της οικονομίας ο οποίος «ρίχνει» ζήτηση (το αποτέλεσμα Balassa-Samuelson), όσο και η αυξημένη τα τελευταία έτη παραοικονομία που κατευθύνεται μεταξύ των άλλων στα αγαθά αυτά. Ο καφές δεν θα είχε τρία ευρώ εάν δεν τον αγόραζαν με προθυμία κάποιοι. Επιπλέον, και στις δύο περιπτώσεις, η τεχνολογία και ο ανταγωνισμός δεν έχουν επιδράσει με τον καταλυτικό τρόπο που οι ίδιοι παράγοντες έχουν επηρεάσει τις τιμές των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών όπως οι ηλεκτρικές συσκευές, τα αυτοκίνητα, οι Η/Υ, οι συσκευές κλιματισμού και θέρμανσης κ.λπ., όλα αγαθά των οποίων οι τιμές έχουν υποχωρήσει αισθητά.
Ο τομέας των τροφίμων έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς πρόκειται για τομέα που επηρεάζει ιδιαίτερα τα σχετικά σταθερά εισοδήματα των χαμηλόμισθων και συνταξιούχων. Στις υψηλές σχετικά τιμές των τροφίμων παίζει ρόλο και ένας παράγοντας που δεν έχει επισημανθεί έως σήμερα. Πρόκειται για τη «διακριτική πολιτική τιμών» (price discrimination) που κάνουν οι πωλητές σε περιόδους υψηλής ζήτησης (seasonal effect). Ετσι, για παράδειγμα, στην «περίοδο της Σαρακοστής» ζητούνται τα θαλασσινά και αμέσως ύστερα απ' αυτά ο... οβελίας.
Οι τιμές των αγαθών αυτών λοιπόν ανέρχονται. Ο ελληνικός «παραδοσιακός» καπιταλισμός έχει ένα αποτέλεσμα ύψωσης στις τιμές κάποιων τροφίμων. Η «παράδοση» τηρείται, όμως τα δελτία ειδήσεων γεμίζουν με... ακριβές τιμές.
Επίσης, υπάρχει η σαφής προτίμηση των καταναλωτών για τα ελληνικά προϊόντα-τρόφιμα και ιδιαίτερα για τα προϊόντα της λαϊκής αγοράς κι όχι των υπεραγορών (φρέσκων ή μεταποιημένων), γεγονός που ευνοεί τις «διακριτικές τιμές» των πωλητών. Κατ' αρχάς, «λαϊκή» δεν σημαίνει φθηνή, αλλά αγορά πολύ φρέσκων, και γι' αυτό σχετικά ακριβών προϊόντων αφού κυκλοφορούν άμεσα και εκτός διαδικασιών τεχνολογίας εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics), η οποία ευνοεί την «παραγωγικότητα» και ρίχνει τις τιμές.
Υστερα, η διάκριση ελληνικών και αλλοδαπών αγαθών είναι σε πολλές περιπτώσεις, όσον αφορά τη σχέση ποιότητας και τιμής, λανθάνουσα. Συχνά παρατηρείται η ύπαρξη καλής ποιότητας, αυστηρά πιστοποιημένων αλλοδαπών προϊόντων με πολύ χαμηλότερες τιμές από όμοια ελληνικά. Η διακριτική προτίμηση όμως πάνω στα ελληνικά υψώνει επιπροσθέτως τις τιμές τους.
Τέλος, με μια βόλτα στις «λαϊκές» αγορές πλούσιων και λαϊκών περιοχών διαπιστώνει κανείς τη μεγάλη διαφορά στις τιμές στα ίδια ακριβώς αγαθά. Οι πωλητές πωλούν ακριβότερα στις ακριβές περιοχές κάνοντας «διακριτική» πολιτική τιμών αφού εκτιμούν ότι το (υψηλό) εισόδημα των αγοραστών θα αδειάσει τον πάγκο τους. Αυτό δείχνει πώς λειτουργούν οι αγορές. Οπως ακριβώς απάντησε ένας ηλικιωμένος πωλητής λαϊκής αγοράς σε σχετική ερώτηση-διαπίστωση δημοσιογράφου για την ακρίβεια σε ένα δελτίο: «Παιδί μου, είναι η αγορά. Προσφορά και ζήτηση. Τίποτ' άλλο».
* Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΕΛΑΓΙΔΗΣ είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.