ΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΟΜΠΑΜΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ
Του Κ. ΚΑΛΛΩΝΙΑΤΗ
Σε μια περίοδο που ΗΠΑ και Ευρώπη επενδύουν στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην πράσινη τεχνολογία η Ελλάδα εξακολουθεί να τροφοδοτεί το 93% της ενεργειακής της κατανάλωσης με ρυπογόνα, εισαγόμενα καύσιμα, χωρίς να δείχνει διάθεση για... αλλαγές.
Στο σημερινό περιβάλλον της γενικευμένης οικονομικής κρίσης, η κεϊνσιανική αντίληψη της στήριξης της οικονομίας από το κράτος κυριαρχεί. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως είναι πάντα και η ορθή προσέγγιση στην επίλυση των προβλημάτων. Εκτός και εάν η κρατική παρέμβαση είναι τέτοια ώστε να συμβάλλει στη μεταλλαγή και αναδιάρθρωση της οικονομίας, οπότε ο κεϊνσιανισμός -ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής- αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο και προοδευτικό λόγο ύπαρξης.
Το πρόγραμμα
Παρόμοιο εποικοδομητικό χαρακτήρα φαίνεται να έχει το νέο κυβερνητικό σχέδιο παρέμβασης Ομπάμα στα ενεργειακά πράγματα της αμερικανικής οικονομίας. Το ενεργειακό πρόγραμμα που ξεκινά άμεσα ο νέος αμερικανός πρόεδρος αποτελεί τη βασική συνιστώσα και την αιχμή του δόρατος του ευρύτερου σχεδίου διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας, που έχει ως στόχο τη δημιουργία 2,5 εκατομμυρίων θέσεων απασχόλησης μέσα στην προσεχή διετία μέσω της κατασκευής αιολικών πάρκων, ζωνών συσσώρευσης ηλιακής ενέργειας, σύγχρονου ενεργειακού δικτύου, οικονομικών σε καύσιμα αυτοκινήτων, καθώς και σχολείων ή άλλων υποδομών που έχουν ανάγκη εκσυγχρονισμού.
Το ενεργειακό πρόγραμμα Ομπάμα είναι προοδευτικό και φιλόδοξο για τα αμερικανικά δεδομένα και δείχνει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν και άλλες κυβερνήσεις, όπως η ελληνική, εάν θέλουν να απεξαρτηθούν μελλοντικά από το πετρέλαιο και να δώσουν μια αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία μέσα από πράσινες τεχνολογίες και καινοτόμους ενεργειακές εφαρμογές.
Για να κατανοήσουμε την οικονομική σημασία του ευρύτερου προγράμματος Ομπάμα, το τμήμα που αφορά δημιουργία 2,5 εκατομμυρίων νέων θέσεων εργασίας σε 2 χρόνια (1,25 ετησίως) εάν εφαρμοζόταν στην Ελλάδα θα ισοδυναμούσε με δημιουργία 92.000 θέσεων απασχόλησης τη διετία ή 46.000 ετησίως. Σημειώνεται πως την τελευταία τετραετία, που η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με 4% ετησίως, η συνολική πρόσθετη ετήσια απασχόληση φθάνει τις 68.000 περίπου.
Αυτό σημαίνει πως το 2009 που ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται σε 2%-2,5% (καλύτερη των περιπτώσεων) η αύξηση της απασχόλησης θα πέσει στο μισό (34.000), χωρίς αυτό να εμποδίσει την αύξηση της ανεργίας.
Με ένα πρόγραμμα τύπου Ομπάμα, ωστόσο, θα είχαμε 46.000 πρόσθετες θέσεις απασχόλησης, μεγαλύτερη αύξηση του ΑΕΠ και φυσικά συγκράτηση της ανεργίας, παράλληλα με την αποφασιστική ενίσχυση του πλέον κρίσιμου τομέα της οικονομίας, του ενεργειακού, ο οποίος δυστυχώς παραμένει πεισματικά προσηλωμένος στο πετρελαϊκό και λιγνιτικό παρελθόν.
Σήμερα η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να τροφοδοτεί το 93% της ενεργειακής της κατανάλωσης με ρυπογόνα, εισαγόμενα και ακριβά ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο, φυσικό αέριο και λιγνίτης, ο τελευταίος εγχώριας παραγωγής), διατηρώντας ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ενεργειακής εξάρτησης στην Ευρώπη, περίπου 33% υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε.-27 (72% έναντι 54% αντίστοιχα). Επιπλέον, η σημερινή αλλά και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις στράφηκαν μονόπλευρα στην υποκατάσταση πετρελαίου με φυσικό αέριο, δημιουργώντας μια ηπιότερη (φθηνότερη και λιγότερο ρυπογόνο) μορφή ενεργειακής εξάρτησης, παραμελώντας τις ΑΠΕ και υποτιμώντας τους γεωπολιτικούς κινδύνους. Εδωσαν βραχυχρόνιες λύσεις σε ένα δομικό και μακροχρόνιο ενεργειακό πρόβλημα, την ίδια ώρα που στέρησαν από τη ΔΕΗ τη δυνατότητα να ηγηθεί στην ενεργειακή επανάσταση θυσιάζοντάς τη στο όνομα της απελευθέρωσης της εγχώριας ενεργειακής αγοράς.
Σήμερα, η ΔΕΗ σχεδιάζει να επενδύσει έως και 7 δισ. ευρώ την προσεχή εξαετία σε εκσυγχρονισμό υφισταμένων κυρίως μονάδων συμβατικής τεχνολογίας, δηλαδή 1,2 δισ. ετησίως, όταν οι ενεργειακές ανάγκες της οικονομίας για να πορευθούμε στη μεταπετρελαϊκή και μετανθρακική εποχή απαιτούν τετραπλάσιο σχεδόν ποσό. Εξηγούμαστε:
Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ), η παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση θα αυξηθεί 45% έως το 2030.
Επενδύσεις
Δεδομένης, δε, της εξάντλησης μιας σειράς μεγάλων πετρελαϊκών κοιτασμάτων και της ανάγκης περιορισμού της κλιματικής αλλαγής (συγκράτηση θέρμανσης πλανήτη σε 2C τον τρέχοντα αιώνα) μέσω της στροφής σε ΑΠΕ και πράσινες τεχνολογίες, απαιτούνται ενεργειακές επενδύσεις 31 τρισ. δολαρίων παγκοσμίως έως το 2030.
Αυτό σημαίνει πως ακόμη και το πρόγραμμα Ομπάμα είναι πολύ λίγο, αφού 150 δισ. τη δεκαετία ή 350 δισ. έως το 2030 αντιστοιχούν μόλις στο 1/10 όσων αναλογούν στις ΗΠΑ με βάση το ειδικό της βάρος (25%) στην παγκόσμια οικονομία και τις εκτιμήσεις του ΔΟΕ. Στη, δε, ελληνική περίπτωση (0,045% της παγκόσμιας οικονομίας) αναλογούν ενεργειακές επενδύσεις 140 δισ. δολαρίων ή 108 δισ. ευρώ μέχρι το 2030, ή 5 δισ. ετησίως.