|
Φύλλο Δευτέρας 06 - 04 - 2009
|
|
Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.
Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.
* Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥ
Κρίση θεσμών και πολιτικής υποδηλώνει η νεοφιλελεύθερη εμμονή στις αποκρατικοποιήσεις
Του δρος ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΦΕΙΑΔΗ*
Οι Λατίνοι έλεγαν κάποτε «Audi et alteram partem», δηλαδή «Ακουσε και την άλλη πλευρά». Ας δούμε λοιπόν τη νεοφιλελεύθερη εμμονή στην πολιτική των αποκρατικοποιήσεων και ας την αξιολογήσουμε στο πλαίσιο μιας περισσότερο ολιστικής προσέγγισης της οικονομίας.
Το 1989 ο John Williamson1 εισήγαγε τον όρο «η συναίνεση (consensus) της Washington» για να οριοθετήσει όλες τις γνωστές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν από τις αρχές της δεκαετίας του '80 και εφαρμόστηκαν από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Μία εξ αυτών ήταν η συνταγή των ιδιωτικοποιήσεων των κρατικών επιχειρήσεων, υποδηλώνοντας ότι το κράτος είναι αναποτελεσματικό και ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία και η αγορά θα τις καταστήσουν ανταγωνιστικές.
Τα αποτελέσματα, όπως έδειξε η εμπειρία, δεν ήταν πάντα τα αναμενόμενα. Πολύ αργότερα, το 1998, άρχισε η κριτική εκ των έσω, με τον επιφανή νομπελίστα οικονομολόγο Josef Stiglitz2 να μιλά για την ασυμμετρία της πληροφόρησης, τις συνεπαγόμενες ατέλειες των αγορών και την ανάγκη συνεργασίας του κράτους με τον ιδιωτικό τομέα.
Αρκετοί οικονομολόγοι, οι οποίοι κυρίως ανήκουν στη σχολή της Νέας Οικονομικής των Θεσμών, έχουν τονίσει ότι η μεταφορά της ιδιοκτησίας στον ιδιωτικό τομέα, όχι μόνο δεν εγγυάται την προσδοκώμενη αποτελεσματικότητα, αλλά μπορεί να έχει δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις εάν δεν υπάρχει το κατάλληλο κοινωνικοπολιτικό, θεσμικό και οικονομικό περιβάλλον. Στη μελέτη των Levy και Spiller3, παραδείγματος χάριν, όπου αξιολογήθηκε η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης των τηλεπικοινωνιών σε πέντε χώρες, ανεδείχθη ο σημαντικός ρόλος της αλληλεπίδρασης του δικαστικού συστήματος, της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας με τις ισχύουσες ρυθμιστικές λειτουργίες και οικονομικές συνθήκες.
Είναι γνωστό ότι η πεμπτουσία της πολιτικής έγκειται στον προσδιορισμό των προβλημάτων που απασχολούν την κοινωνία, στην ιεράρχησή τους και στην ορθολογική διαχείριση των οικονομικών πόρων για την επίλυσή τους. Σαφώς το κράτος δεν υποχρεούται να ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Ομως, οι όποιοι εκλεγμένοι εκπρόσωποί του καλούνται να διαχειρισθούν ή να βελτιώσουν το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο ώστε με τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους της κοινωνίας να επιτύχουν το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα. Εάν είναι ανίκανοι να το πράξουν, έχουν αποτύχει. Ας πάρουμε το παράδειγμα του ΟΤΕ.
Ομολογία ανικανότητας
Στο ερώτημα γιατί ιδιωτικοποιείται ο τελευταίος, κάποιοι απαντούν ότι χωρίς στρατηγικό επενδυτή το management αδυνατεί να υιοθετήσει νέες τεχνολογίες και νέα οργανωτικά σχήματα, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης κακών προμηθευτών και επηρεάζεται αρνητικά από τις παρεμβάσεις της συνδικαλιστικής ηγεσίας.
Ομως, ποιος φέρει την ευθύνη για τα παραπάνω στις σημερινές συνθήκες διεθνοποίησης των αγορών; Η ομολογία της ανικανότητας να αντιμετωπισθούν αυτά τα προβλήματα δεν αποτελεί άλλοθι αλλά καταδεικνύει την κρίση του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, την έλλειψη πολιτικού οράματος και αναπτυξιακής στρατηγικής και την αδυναμία των πολιτικών μας εκπροσώπων να προβούν στις κατάλληλες διορθωτικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Οι όποιες ιδιωτικοποιήσεις, άλλωστε, δεν επιφέρουν τα προσδοκώμενα οφέλη όταν υπάρχει κρίση των θεσμών, αδιαφάνεια ή απροσδιοριστία στους «κανόνες του παιχνιδιού» και ο ίδιος ο ιδιωτικός τομέας δεν λειτουργεί ορθολογικά.
Οπως όλοι γνωρίζουμε, πάγια χαρακτηριστικά της εγχώριας αγοράς (βλέπε τον κλάδο των τροφίμων) αποτελούν ο ρόλος των μεσαζόντων με το συνακόλουθο αυξημένο κόστος των συναλλαγών (transaction costs) και οι σιωπηρές συμφωνίες (tacit agreements κατά τους Αγγλοσάξονες) του ολιγοπωλιακού κατεστημένου.
Τέλος, θα ήταν αφέλεια να πιστέψει κανείς ότι προωθείται η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων με στόχο τα εισπραττόμενα έσοδα να χρησιμοποιηθούν για τη βραχυπρόθεσμη, ούτως ή άλλως, μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό θα ήταν προφανής ομολογία της ανικανότητας να ευρεθούν εναλλακτικοί τρόποι αντιμετώπισης των ελλειμμάτων και, παράλληλα, θα ήταν εγκληματική ενέργεια να θυσιαστεί η μακροπρόθεσμη κερδοφορία του ΟΤΕ στο βωμό ενός βραχυπρόθεσμου στόχου.
Ας αναλογισθεί ο αναγνώστης ότι η κρίση στον υπάρχον θεσμικό πλαίσιο και η ανυπαρξία πολιτικών πρωτοβουλιών για την αντιμετώπισή της έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας και, συνεπώς, στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Για παράδειγμα, η γραφειοκρατία, όπως τονίζει ο Λεων. Στεργίου4 στην «Καθημερινή», κοστίζει στη χώρα μας 16,7 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
Το ποσόν αυτό πολλαπλασιαζόμενο επί τέσσερα, ήτοι 66,8 δισεκατομμύρια ευρώ, υπερβαίνει την αύξηση του δημόσιου χρέους της χώρας κατά την τετραετία 31.12.2003-31.12.2007 (48 δισ. ευρώ) και περισσεύουν 18,8 δισεκατομμύρια.
Η εμμονή στις ιδιωτικοποιήσεις ή μάλλον στις οικονομικές πολιτικές της δεκαετίας του '80 και οι νεφελώδεις διακηρύξεις για κάποιες επιφανειακές νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις, που δεν αγγίζουν τη θεσμική υποδομή του κράτους και δεν έχουν την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, δεν επιλύουν το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας και δεν συμβάλλουν στην αναπτυξιακή στρατηγική μακροπρόθεσμα.
Το ερώτημα δεν εντοπίζεται στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των δημόσιων επιχειρήσεων, δηλαδή περισσότερο ή λιγότερο κράτος, αλλά στη λιγότερη ή περισσότερη αποτελεσματικότητα του κράτους και στον θεσμικό εξορθολογισμό της αγοράς με διαφανείς κανόνες ρύθμισης.
Το ουσιαστικό θεσμικό πρόταγμα για την «επανίδρυση του κράτους» παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ. Μήπως, όμως, αποτελεί ουτοπία η ελπίδα ότι η πλειοψηφία των πολιτών αυτής της χώρας θα πιέσει προς αυτήν την κατεύθυνση;
* Οικονομολόγος, πρώην επίκουρος καθηγητής
1. John Williamson, edit. «What Washington means by Policy Reform» in «Latin American Readjustment: How much has happened», Washington, Institute for International economics, 1989.
2. J. Stiglitz, «Mor instruments and broader goals: Moving toward the Post Washington consensus», the 1998 Wider Annual Lecture, January 7th, Helsinki.
3. Br. Levy and Ρ.Τ. Spiller, editors «Regulations, institutions and commitment: Comparative studies of Telecommunications», Cambridge University Press, 1996.
4. «Οικονομική Καθημερινή», Κυριακή 20/4/2008
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/07/2008
|
|
|