ΠΟΛΛΟΙ αναλυτές εκτιμούν ότι η τρέχουσα ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας στην Ε.Ε. οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην αύξηση για ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών που προέρχεται από τις γρήγορα αναπτυσσόμενες οικονομίες της ΝΑ Ευρώπης, τα «νέα μέλη» της Ε.Ε. Η εκτίμηση αυτή είναι σημαντική καθώς υπονοεί, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η λεγόμενη διεύρυνση τελικώς φαίνεται να πετυχαίνει. Και ότι ευνοεί τόσο τα λεγόμενα «παλαιά» όσο και τα «νέα μέλη» της Ε.Ε.
Πράγματι, οι αναπτυξιακές επιδόσεις των «νέων μελών» δείχνουν εντυπωσιακές. Η σχετική αγοραστική τους δύναμη αυξάνεται συνεχώς και για όλες τις χώρες ανεξαιρέτως. Το ίδιο ισχύει και για την παραγωγικότητα της εργασίας. Τα στοιχεία της Ε.Ε. (Eurostat) δείχνουν συνεχή άνοδο του επιπέδου της σε σχέση με εκείνο των χωρών της λεγόμενης «παλαιάς Ευρώπης». Τέλος, με την εξαίρεση των δύο χωρών των Βαλκανίων (Βουλγαρία και Ρουμανία), ο πληθωρισμός των νέων χωρών είναι πολύ κοντά στον μέσο όρο του μέσου πληθωρισμού της ευρωζώνης. Με βάση τις εκτιμήσεις που αφορούν τη λεγόμενη ονομαστική σύγκλιση και επομένως τα κριτήρια για την υιοθέτηση του ευρώ, οι «νέες χώρες», με την προσωρινή εξαίρεση των δύο βαλκανικών χωρών, αναμένεται να εισέλθουν, σε λίγους μήνες, στην ευρωζώνη (1). Ολα καλά λοιπόν;
Στο παραπάνω διάγραμμα παρουσιάζεται το παραγωγικό κενό. Το θετικό πρόσημο υπονεί ότι μια χώρα υπεραναπτύσσεται, ενώ το αρνητικό πρόσημο ότι διαθέτει ακόμη πόρους αχρησιμοποίητους (κεφάλαιο και εργασία) και ενδεχομένως ο ρυθμός ανάπτυξής της να μπορεί να επιταχυνθεί χωρίς άμεσο πληθωριστικό κίνδυνο. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι η «παλαιά» όσο και η «νέα» Ευρώπη βρίσκονται σε διαφορετική φάση και επίπεδο του οικονομικού κύκλου και ότι, ενδεχομένως, σε μια λιγότερη ευνοϊκή συγκυρία της διεθνούς οικονομίας, η απόκλιση αυτή να διευρυνθεί.
Και γιατί αυτό είναι κακό;
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι επιμέρους χώρες θα χρειαστούν διαφορετικό μείγμα μακροοικονομικής πολιτικής. Για παράδειγμα, οι χώρες σε οικονομική στασιμότητα πιθανόν να χρειαστούν χαμηλότερα επιτόκια και πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική, ενώ οι χώρες σε ανάπτυξη το αντίθετο. Ποιους θα ικανοποιήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, για παράδειγμα, όταν κληθεί τότε να αποφασίσει για τα επιτόκιά της;
Το πρόβλημα τότε λύνεται μόνον εάν οι χώρες σε στασιμότητα ευελικτοποιήσουν περαιτέρω την αγορά εργασίας τους ώστε να πέσουν οι πραγματικοί μισθοί και να ανακτηθεί μέρος της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης... για τις χώρες αυτές.
Ας μην είμαστε όμως προφήτες κακών γεγονότων. Τα πράγματα πάνε καλύτερα μακροοικονομικά απ' ό,τι περίμενε κανείς.
* Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΕΛΑΓΙΔΗΣ είναι καθηγητής οικονομικής ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
(1) *Βλ. Υ. Tirkidis, Τ. Pelagidis, Α. Theophanous (2007) «Real and structural convergence as conditions of success: adopting the euro in new member states», Ekonomia (forthcoming).
Οι αμοιβές της μισθωτικής εργασίας έχουν καταληστευτεί και από το κράτος με την εισοδηματική και φορολογική πολιτική και από την εργοδοσία μέσα από τις Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις ή τις Κλαδικές Συμβάσεις. Η καταλήστευση των αμοιβών των μισθωτών έγινε φυσικά με το ροκάνισμά τους από χρόνο σε χρόνο, για να μην είναι έκδηλα ορατή. Δεν παύει όμως να αποτελεί πραγματικότητα. Η χρονιά που η δραχμή αντικαταστάθηκε με το ευρώ αποτελεί το ορόσημο στην καταλήστευση των μισθωτών.
Η νομισματική μεταρρύθμιση έγινε χωρίς σχεδιασμό για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων. Με την ακρίβεια που έφερε η καθιέρωση του ευρώ έφερε και την εξαθλίωση στην πλειονότητα των μισθωτών. Το ευρώ το μετέτρεψαν σε ταξικό χρήμα. Δηλαδή σε χρήμα που διευκολύνει τους πλουσίους να γίνουν πλουσιότεροι και τους φτωχούς φτωχότερους. Και για να μην νομιστεί ότι αυτά αποτελούν συνθήματα και μόνον, ας δούμε με στοιχεία τη μεγάλη ληστεία των μισθωτών.
Ας δούμε την καταλήστευση των μισθών και ημερομισθίων από το 1992 μέχρι σήμερα. Ξεκινάμε από το 1992, γιατί τότε τέθηκε σε ισχύ η φορολογική κλίμακα που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα με ελαφρές τροποποιήσεις. Μιλάμε για τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων. Επίσης το 1992 είναι η χρονιά που ο τότε πρωθυπουργός είχε εφεύρει την εξίσωση 0+0=17%, δικαιολογώντας τις μη αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις.
Από το 1992 μέχρι σήμερα (και με την προσδοκία ότι το 2007 ο πληθωρισμός θα αυξηθεί κατά 3,5%) έχουμε συνολικό τιμαριθμοποιημένο πληθωρισμό 224%. Και με βάση το ποσοστό αυτό ξεκινάμε τους υπολογισμούς μας, χωρίς να λάβουμε υπόψη μας καθόλου τη μεγάλη ακρίβεια που έφερε το ευρώ. Το 1992 οι κατώτεροι μισθοί έφταναν στις 180-200 χιλ. μηνιαίως ή ετήσια στα 2.500.000 δραχμές. Οι μεσαίες αποδοχές έφταναν στις 300.000 δραχμές τον μήνα, ή 4.200.000 δρχ. ετήσια.
Αφαιρώντας δαπάνες 400.000 δρχ. έχουμε φορολογητέο εισόδημα 3.800.000 και βάσει της ισχύουσας τότε φορολογικής κλίμακας (με αφορολόγητο ποσόν 1.300.000 δρχ.) πλήρωνε φόρο 35.000 δρχ. ή 103 ευρώ. Αν την μηνιαία αμοιβή των 300.000 δρχ. την τιμαριθμοποιήσουμε με συντελεστή 224%, φτάνουμε με σημερινές αποδοχές 24.980 ευρώ ετήσια ή φορολογητέο εισόδημα 16.442 ευρώ και με βάση την σημερινή φορολογική κλίμακα σε φόρο εισοδήματος 698 ευρώ.
Για αποδοχές που έχουν την ίδια τιμαριθμοποιημένη αξία, ο φόρος εισοδήματος από 103 ευρώ το 1992, φτάνει στα 698 το 2007. Η φορολογική πίεση το 1992 έφτανε στο 1,4% του φορολογητέου εισοδήματος και τώρα φτάνει στο 4,24% και ο αναλογών φόρος που εισπράττει το Δημόσιο παρουσιάζει αύξηση 700% περίπου! Για να επαληθεύσετε τους υπολογισμούς αυτούς λάβετε υπόψη έγγαμο φορολογούμενο με σύζυγο χωρίς εισόδημα και με δύο ανήλικα παιδιά.
Οσο οι αποδοχές βάσης (1992) αυξάνονται, τόσο πολλαπλασιάζονται και οι φόροι εισοδήματος και η φορολογική πίεση γίνεται επαχθέστερη. Το κράτος κερδοσκοπεί αφάνταστα, αρνούμενο την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Ετσι περιορίζει τις μεταρρυθμίσεις σε μια ισχυρή, κάθε 5 χρόνια περίπου, αύξηση του αφορολογήτου ορίου, ή σε άλλες ασήμαντες ρυθμίσεις. Και κάθε χρόνο το φορολογικό βάρος και η φορολογική πίεση μεγαλώνουν. Παράλληλα έχουμε μείωση της φορολογίας επιχειρηματικών κερδών και πολύ χαμηλή φορολογία κεφαλαίου (στην Ελλάδα 17%, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. φτάνει σήμερα στο 25,8%).
Το 2004 η αναλογία άμεσης / έμμεσης φορολογίας ήταν 43,5% προς 56,5% και το 2007 διαμορφώνεται στο 40% προς 60%. Μέσα σε τρία χρόνια (2005-2006-2007) παρουσιάζεται μια ανατροπή της σχέσης κατά 3,5 μονάδες υπέρ της έμμεσης φορολογίας, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο.
Αυτή είναι η συμπεριφορά του κράτους απέναντι στις αμοιβές των μισθωτών (εν ενεργεία και συνταξιούχων). Ας δούμε τώρα πώς έχουν διαμορφωθεί οι μισθοί:
Ο πρωτοδιοριζόμενος υπάλληλος του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην καλύτερη περίπτωση έχει αποδοχές 1.000-1.200 ευρώ μηνιαία (μισθός με επιδόματα). Το 1992 οι αποδοχές αυτές έφταναν περίπου στις 200.000 δραχμές. Αν τιμαριθμοποιήσουμε τις αποδοχές του 1992 θα έχουμε 200.000x220% = 448.000 δρχ. μηναίες αποδοχές ή 1.320 ευρώ. Ελάχιστοι παίρνουν μηνιαίο μισθό 1.320 ευρώ. Σήμερα οι κατώτατοι μισθοί των πρωτοεισερχομένων στην αγορά εργασίας μετά βίας πλησιάζουν τα 1.000 ευρώ μηνιαία.
Τώρα τα 1.320 ευρώ θεωρούνται υψηλές αποδοχές! Και τούτο γιατί η εισοδηματική πολιτική και οι Γενικές ή Κλαδικές Συμβάσεις δεν ακολουθούν πιστά την τιμαριθμοποίηση των αποδοχών. Απλώς χορηγούν αυξήσεις κατώτερες και από τον ανακοινούμενο από την κυβέρνηση (ΕΣΥΕ) πληθωρισμό. Το 1992 με αποδοχές 340.000 δραχμών μηνιαίως ζούσε μια τυπική 4μελής οικογένεια με σχετική οικονομική άνεση.
Σήμερα με 1.000 ευρώ, η οικογένεια αυτή λιμοκτονεί. Να γιατί τα εληνικά νοικοκυριά ψωνίζουν με δόσεις (δηλαδή με πιστωτικές κάρτες) όπως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και είναι υπό την ομηρία του αδηφάγου τραπεζικού συστήματος.