ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ Η ΚΑΤΡΑΚΥΛΑ ΣΤΟ Χ.Α. ΠΑΡΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΜΕΓΑΛΟΣΤΟΜΙΕΣ
Εκτιμάται ότι ο τίτλος του Οργανισμού θα έχει πότε μεγάλη άνοδο και πότε μεγάλη πτώση
«Πιστεύω ότι η συμφωνία με τους Γερμανούς θα προσθέσει αξία στην μετοχή του ΟΤΕ», δήλωνε την προηγούμενη Τετάρτη ο Γ. Αλογοσκούφης ανακοινώνοντας τη συμφωνία με την Deutsche Telekom. Η αγορά όμως τον διέψευσε την αμέσως επόμενη ημέρα. Η μετοχή του οργανισμού υποχώρησε κατά 7,75% και η εταιρεία έχασε αξία άνω των 500 εκατ. ευρώ μέσα σε μία συνεδρίαση.
Χρηματιστηριακοί παράγοντες απέδιδαν την κατακόρυφη πτώση της μετοχής σε τρεις παράγοντες:
Διαφορετικές τιμές
*Στην μεταχείριση που επιφύλαξαν οι δύο «συνεταίροι» στους μετόχους της μειοψηφίας. Η MIG εισέπραξε 26 ευρώ ανά μετοχή για να πουλήσει τις μετοχές της ενώ το ελληνικό Δημόσιο 29,75 ευρώ. Αντίθετα οι μέτοχοι μειοψηφίας είναι αναγκασμένοι να πουλήσουν -εφόσον το επιθυμούν- σε τιμή 40% χαμηλότερη από αυτή που πούλησε το Δημόσιο.
Το ερώτημα αν οι δύο «συνεταίροι» πρέπει να καταθέσουν δημόσια πρόταση εξαγοράς και των υπόλοιπων μετοχών απαντάται (αρνητικά) μόνο από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία επικαλείται τη διαδικασία περί αποκρατικοποιήσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες εκπρόσωποι ξένων θεσμικών έχουν ήδη απευθυνθεί σε μεγάλα δικηγορικά γραφεία προκειμένου να διερευνήσουν το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να δοθεί και σε αυτούς το δικαίωμα να πουλήσουν στην υψηλή τιμή που ρευστοποίησαν τα χαρτιά τους τόσο η MIG όσο και το ελληνικό Δημόσιο.
Απαντώντας σε ερώτηση της «Οικονομίας» ο Γ. Αλογοσκούφης δήλωσε ότι κατά την άποψη της κυβέρνησης δεν τίθεται θέμα δημόσιας πρότασης, καθώς ο νόμος εξαιρεί ρητώς τις περιπτώσεις αποκρατικοποίησης. Ηδη, οι πρώτες αναλύσεις (Citigroup) ανέδειξαν το θέμα δικαιωμάτων μειοψηφίας. Ο αναλυτής του αμερικανικού κολοσσού υποβάθμισε τη μετοχή του ΟΤΕ αναγράφοντας στην έκθεσή του ότι καταπατώνται τα δικαιώματα των επενδυτών μειοψηφίας.
*Στην ανασφάλεια των επενδυτών για το μέλλον του ΟΤΕ. Αυτή τη στιγμή το επιχειρηματικό μέλλον του οργανισμού εμφανίζεται θολό, καθώς δεν έχει ξεκαθαρίσει πότε, σε ποιους τομείς και με ποιες μεθόδους οι Γερμανοί θα κάνουν τις πρώτες τους επεμβάσεις.
*Στις συνθήκες που θα επικρατήσουν στο εσωτερικό του ΟΤΕ κατά τη μεταβατική περίοδο παραμονής του Π. Βουρλούμη. Ακόμη και από την κυβέρνηση δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο μιας σύρραξης όταν ο πρόεδρος του ΟΤΕ επιλέξει «ηρωική έξοδο». Βέβαια, ο Π. Βουρλούμης, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του για την D.T. (είχε ταχθεί εμφανώς υπέρ της έλευσης των Ισπανών της Telefonica) την κρίσιμη στιγμή «κατέστρεψε» το επικοινωνιακό σενάριο περί συνδιοίκησης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εκτιμάται ότι οι... αναταράξεις στο Χρηματιστήριο θα συνεχιστούν και το επόμενο διάστημα, με την τιμή της μετοχής να καταγράφει πότε μεγάλη άνοδο και πότε κατακόρυφη πτώση. Αλλωστε, τα χρηματιστηριακά τερτίπια ενθαρρύνονται και από το περιεχόμενο της συμφωνίας. Η πτώση της μετοχής του ΟΤΕ τις τελευταίες ημέρες «βοήθησε» και την D.T., που πρέπει να αγοράσει το 2% του ΟΤΕ από την αγορά (λεπτομέρειες στη σελ. 25).
Το ελληνικό Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να πουλήσει στην Deutsche Telekom επιπλέον 5% των μετοχών του ΟΤΕ στην προσυμφωνημένη τιμή των 27,5 ευρώ, μέσα σε διάστημα ενός έτους από την υπογραφή της συμφωνίας. Αν σε αυτό το διάστημα το Δημόσιο δεν ασκήσει το δικαίωμα, που θα του αποφέρει 675 εκατομμύρια ευρώ, αποκτά μια δεύτερη ευκαιρία: να πουλήσει το 15% των μετοχών του ΟΤΕ στον εταίρο του.
Η τιμή
Αυτή τη φορά, όμως, η τιμή πώλησης δεν προσδιορίζεται εκ των προτέρων αλλά εξαρτάται από την πορεία του Χρηματιστηρίου.
Αν το Δημόσιο αποφασίσει να πουλήσει το 2012, θα υπολογιστεί ο μέσος όρος της τιμής της μετοχής για τις τελευταίες 20 ημέρες και θα προσαυξηθεί κατά 15%-20%.
Ετσι, αν το Δημόσιο αποφασίσει να πουλήσει σε τιμή αντίστοιχη με αυτή της σημερινής χρηματιστηριακής συγκυρίας, τότε θα εισπράξει περίπου 23 ευρώ ανά μετοχή ή 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ.
Είναι προφανές ότι ο «πωλητής» (το Δημόσιο) έχει συμφέρον η τιμή να βρίσκεται σε όσο το δυνατόν υψηλότερα επίπεδα. Αντίθετα, ο αγοραστής, η Deutsche Telekom, θέλει την τιμή χαμηλά για να πληρώσει όσο το δυνατόν λιγότερα.