ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΙ ΟΙΚΟΙ, ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΕΠΕΝΔΥΤΕΣ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΝΟΔΟΥ
Του ΧΡ. ΙΩΑΝΝΟΥ
Περίπου έξι χρόνια μετά την ημέρα που σημάδεψε το μεγαλύτερο ρεκόρ στη χρηματιστηριακή αγορά της Νέας Υόρκης (14/1/2000) και περίπου τρία χρόνια από τότε που άρχισε η ανάκαμψη των αγορών μετά την μεγάλη πτώση που μεσολάβησε, οι αγορές δείχνουν ικανές να ανεβάσουν ακόμα περισσότερο την «πίεση» στο χρηματιστηριακό παιχνίδι.
Αυτή τη φορά όμως πρωταγωνιστές δεν είναι οι προσδοκίες των επενδυτών για κέρδη από νέους τομείς ανάπτυξης, όπως η πάλαι ποτέ «Νέα Οικονομία» -όπως στα τέλη της δεκαετίας του 90'-, αλλά οι επαγγελματίες των Hegde Funds και των Private Equitie Funds που διαχειρίζονται πρωτοφανείς όγκους κεφαλαίων που έχουν «παραχθεί» στις κεφαλαιαγορές τα τελευταία 3-4 χρόνια.
Για πολλούς αναλυτές πρόκειται για μια φούσκα υπερτροφοδοτούμενου χρέους σε παγκόσμια κλίμακα για την οποία οι κεντρικές τράπεζες έχουν αρχίσει να προειδοποιούν κυβερνήσεις και να ζητούν «μέτρα», περιορισμού της.
Η ανησυχία τους συνδέεται με το ενδεχόμενο η αμερικανική οικονομία να περάσει σε ύφεση και να μην μπορεί να αναχρηματοδοτήσει τα χρέη της, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της «αγοράς».
Η τροφοδότηση
Ενα μεγάλο κομμάτι αυτής της νέας «αγοράς» τροφοδοτείται από την εξαγορά και την αναδιοργάνωση των κρατικών επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιούνται κλείνοντας τρύπες στους δημόσιους προϋπολογισμούς και ανοίγοντας άλλες στην υπερχρέωση των ιδιωτών.
Ετσι πολλά κέρδη, αλλά για λίγους, ανακυκλώνονται μέσα από την άνοδο των μετοχών στα χρηματιστήρια.
Στο ανοδικό γαϊτανάκι των αγορών συμμετέχουν άνθρωποι με μεγάλη οικονομική επιφάνεια: τραπεζίτες, υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων, κεφαλαιούχοι ιδιώτες. Εχουν δημιουργήσει μια βιομηχανία χρηματοδότησης, εξαγορών, αναδιοργάνωσης επιχειρήσεων με τελικό στόχο το χρηματιστηριακό κέρδος.
Στη «μηχανή» αυτή συμμετέχουν και μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι, οι οποίοι επίσης διαχειρίζονται τεράστια κεφάλαια για λογαρισμό πελατών τους, ενώ οι ίδιοι διατηρούν ρόλους πολλαπλούς καθώς διαθέτουν στρατιές αναλυτών, διαχειριστών κεφαλαίων και εργαλεία χρηματοδότησης.
Πλούσιοι επιχειρηματίες και μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι συνασπίζονται δημιουργώντας επενδυτικά κεφάλαια, τα γνωστά private equity funds. Τα επενδυτικά αυτά σχήματα με τη σειρά τους δανείζονται τεράστια ποσά εκμεταλλευόμενα τη μεγάλη ρευστότητα των ιδιοκτητών τους και τα σχετικά χαμηλά επιτόκια. Τα κεφάλαια, που συγκεντρώνουν τα «κλειστά clubs», διατίθενται για την εξαγορά επιχειρήσεων στις οποίες μάλιστα «φορτώνουν» την αποπληρωμή των δανείων που πήραν. Στη συνέχεια πουλάνε τις εταιρείες σε άλλες επιχειρήσεις ή άλλα επενδυτικά κεφάλαια και έτσι δημιουργείται μια αυτοτροφοδοτούμενη άνοδος.
Στην Ελλάδα, οι ξένοι οίκοι έχουν σπεύσει να αγοράσουν σημαντικά πακέτα μετοχών στις ελληνικές τράπεζες και τα μεγάλα blue chip (ελέγχουν με βάση στοιχεία του Σεπτεμβρίου το 48,4% του FTSE-20) και έχουν ήδη αποκομίσει τεράστιες υπεραξίες. Να σημειωθεί ότι ο FTSE-20 από το 2003 έχει ανέβει κατά 228%. Ταυτόχρονα, κερδίζουν σημαντικά ποσά και από την παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο σε περιπτώσεις αποκρατικοποιήσεων και μετοχοποιήσεων. Την εμφάνισή τους έχουν κάνει και αρκετά private equity funds τα οποία έχουν εξαγοράσει μεγάλες ελληνικές εταιρείες (ΤΙΜ, Q-Telecom, Hyatt) και διαπραγματεύονται εξαγορές στο χώρο της υγείας, της ακτοπλοΐας και του εμπορίου.
Το ίδιο συμβαίνει και στο χώρο των hedge funds τα οποία είναι «κλειστά» για το ευρύτερο επενδυτικό κοινό, αφού συγκεντρώνουν κεφάλαια ιδιωτών στη βάση της εμπιστοσύνης τους στο διαχειριστή του Fund και κινούνται επιθετικά χωρίς περιορισμούς, αντίθετα από τα αμοιβαία κεφάλαια, που απευθύνονται στον απλό ιδιώτη επενδυτή που μπορεί να μπει και να βγει ελέγχοντας τον κίνδυνο που αναλαμβάνει.
Μένουν απ' έξω
Το ευρύ επενδυτικό κοινό δεν συμμετέχει σ' αυτά τα Hedge funds γιατί δεν μπορεί να παρακολουθήσει τις εξελίξεις. Για παράδειγμα, δεν γνωρίζει πότε μία διοίκηση παρέχει πληροφόρηση για την πορεία της στους αναλυτές. Ούτε έχει εγκαίρως πρόσβαση στην επενδυτική αξιολόγηση που κάνει κάποιος αναλυτής για μια εταιρεία. Ούτε βέβαια γνωρίζει πότε η διοίκηση μιας εταιρείας συναντά θεσμικούς επενδυτές, ούτε γνωρίζει την ενημέρωση που η διοίκηση παρέχει στους αναλυτές και τους επενδυτές.
Απλώς παρακολουθεί τις τιμές των μετοχών να ανεβαίνουν.
Αντίθετα, τα υψηλόβαθμα στελέχη των επιχειρήσεων, οι αναλυτές και οι τραπεζίτες γνωρίζουν τα πάντα. Από μια συνάντηση που πραγματοποιεί ένας αναλυτής μέχρι το περιεχόμενο της ανάλυσης. Από την πρόθεση μιας εταιρείας να εξαγοράσει κάποια άλλη μέχρι την αποτίμησή της και τον τρόπο χρηματοδότησης της εξαγοράς της.
Ετσι, το ράλι είναι μόνο για τους πλούσιους και οι μικροί απλοί, θεατές των εξελίξεων.
* (άλλα ρεπορτάζ στις σελ. 19-21).