«Σοκ και δέος» σε ... μαύρο φόντο
Τι είδους ενέργεια θα χρησιμοποιεί κατά τις προσεχείς δεκαετίες η ανθρωπότητα; Παρά τα σενάρια γύρω από την πυρηνική ενέργεια, η κυριαρχία του πετρελαίου θα παραμείνει ακλόνητη: σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, η ζήτηση θα αυξηθεί κατά 1,9% το χρόνο, περνώντας από τα 80 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2003, σε περίπου 120 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2020.
Εκείνη τη χρονιά, το μερίδιο των αραβικών χωρών στην παραγωγή πρόκειται να φθάσει το 41%, έναντι του 25% που είναι σήμερα.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ποιες είναι οι αιτίες της σημερινής κρίσης; Πού οφείλεται η άνοδος των τιμών του πετρελαίου; Πρόκειται, άραγε, για συγκυριακό και παροδικό φαινόμενο ή για την έναρξη ενός κύκλου σταθερής αύξησης των τιμών της ενέργειας; Πρόκειται, μήπως, όπως φοβούνται μερικοί, για το προειδοποιητικό σήμα ενός νέου και μεγάλου πετρελαϊκού «σοκ» που θα προκληθεί από την ανισορροπία στους ρυθμούς ανάπτυξης της προσφοράς και της ζήτησης; Αυτά τα ερωτήματα και οι φόβοι νομιμοποιούνται, αφού η πετρελαϊκή αγορά μπήκε σε αναβρασμό δύο μήνες μετά την εισβολή στο Ιράκ το Μάρτιο-Απρίλιο του 2003, στην οποία ορισμένοι στήριξαν τις ελπίδες τους για γρήγορη αύξηση της ιρακινής παραγωγής και μείωση των τιμών σε περίπου 20 δολάρια το βαρέλι.
Η τελείως απρόσμενη εκτίναξη των τιμών επιταχύνθηκε περισσότερο στις αρχές της άνοιξης του 2004, δηλαδή ακριβώς κατά τη διάρκεια της περιόδου που η παγκόσμια ζήτηση κατέγραψε μια εποχική πτώση περίπου δύο εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα.
Η υποχώρηση των τιμών που διαπιστώθηκε μετά την τελευταία σύνοδο του Οργανισμού των Πετρελαιοεξαγωγών Κρατών (ΟΠΕΚ)(1), στις 3 Ιουνίου 2004, και η ανακοίνωση της αύξησης των αποθεμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν διέλυσαν ωστόσο τις ανησυχίες. Η παγκόσμια ζήτηση πρέπει στην πραγματικότητα να ανακάμψει τους επόμενους μήνες και οι παράγοντες που προκάλεσαν την έκρηξη των τιμών σε πάνω από 40 δολάρια το βαρέλι δεν έχουν, στην ουσία, εξαλειφθεί. Καθώς αφορούν, παράλληλα, το παγκόσμιο γεωπολιτικό πλαίσιο και το μηχανισμό της αγοράς.
Εάν η κατάσταση στο Ιράκ δεν ήταν αυτή που είναι και η Σαουδική Αραβία είχε γλιτώσει από επιθέσεις, προφανώς η άνοδος των τιμών δεν θα γινόταν τόσο γρήγορα. Στο Ιράκ, η ανασφάλεια και τα επαναλαμβανόμενα σαμποτάζ στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις προκάλεσαν την πτώση της παραγωγής στο 1,33 εκατ. βαρέλια την ημέρα το 2003 (έναντι 2,12 εκατ. βαρελιών την ημέρα το 2002, τη χρονιά δηλαδή που προηγήθηκε του τελευταίου πολέμου). Παρά την ανάκαμψη στα 2,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα το Μάιο του 2004, η παραγωγή παραμένει αρκετά πιο κάτω από τα επίπεδα της περιόδου 1999-2001.
Εξάλλου, τα συμβόλαια τα οποία διαπραγματεύτηκε ή υπέγραψε το καθεστώς της Βαγδάτης που ανατράπηκε, με αρκετές διεθνείς εταιρείες, με στόχο την εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων και τον διπλασιασμό της παραγωγής μέσα σε μια περίοδο έξι έως οχτώ χρόνων, έχουν παγώσει.
Οσο για τη Σαουδική Αραβία, πρώτο εξαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο, οι επιθέσεις που διαδέχθηκαν η μία την άλλη -κυρίως αυτές που είχαν στόχο εγκαταστάσεις πετροχημικών και πετρελαϊκές ζώνες- προκάλεσαν «σοκ» στη διεθνή αγορά.
Ο πολλαπλασιασμός των επιθέσεων εύλογα προκαλεί φυσιολογικά φόβο για επανάληψή τους στη Σαουδική Αραβία, στο Ιράκ ή αλλού στον Κόλπο, με πιθανές συνέπειες τις αναταράξεις είτε τις λιγότερο ή περισσότερο μακρόχρονες διακοπές των εξαγωγών.
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με αυτό που συνέβη το 1973 ή το 1979 είναι ότι δεν πρόκειται τώρα για ένα εμπάργκο που αποφάσισαν οι εκεί κυβερνήσεις ή για μια αλλαγή πολιτικού καθεστώτος (όπως στο Ιράν μετά την ισλαμική επανάσταση), αλλά για τελείως απρόβλεπτες τρομοκρατικές ενέργειες, τις οποίες διαπράττουν απρόσωπες οργανώσεις.
Ακόμη χειρότερα, οι απειλές για αποσταθεροποίηση, τις οποίες αντιμετωπίζει στο εξής το σαουδαραβικό καθεστώς, κλονίζουν τη δυνατότητα αυτής της χώρας να συνεχίσει να παίζει τον καθοριστικό ρόλο της για την ικανοποίηση των παγκόσμιων πετρελαϊκών αναγκών.
«Μπλόφες» και στατιστική
Συνολικά, οι εντάσεις που προκλήθηκαν από την επιδείνωση της κατάστασης στο Ιράκ και τη Σαουδική Αραβία ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την τελευταία άνοδο των τιμών, το λεγόμενο «πριμ κινδύνου». Αυτή η άνοδος, η οποία εκτιμάται ανάμεσα στα έξι και δέκα δολάρια ανά βαρέλι, ανάλογα με τις συνθήκες, περιλαμβάνει τόσο την άνοδο του κόστους ασφάλισης όσο και τις συνέπειες από κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στις αγορές προθεσμιακών συμβολαίων -οι μεγάλες τράπεζες επενδύσεων τοποθέτησαν πολλές δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια...
Οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στην πραγματικότητα διεύρυναν μια τάση αύξησης, η οποία έχει τις ρίζες της στην εξέλιξη της προσφοράς και της ζήτησης. Από αυτή την άποψη, αξίζει να υπογραμμιστούν τρεις κύριοι παράγοντες:
*Ο πρώτος, τον οποίο έχουμε την τάση να ξεχνάμε, αφορά τις επιπτώσεις των εθνοτικών συγκρούσεων και των απεργιών στη Νιγηρία στην πετρελαϊκή παραγωγή της χώρας.
Η απεργία, εξάλλου, που παρέλυσε την πετρελαϊκή βιομηχανία στη Βενεζουέλα, το 2003, οδήγησε επίσης σε μεγάλη πτώση της πετρελαϊκής παραγωγής.
*Ο δεύτερος παράγοντας εντοπίζεται στη συμφόρηση που σημειώνεται στον τομέα της διύλισης στις μεγάλες καταναλώτριες χώρες.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, και ως συνέχεια των μειωμένων επενδύσεων των τελευταίων ετών, η παραγωγική δυναμικότητα δεν ξεπερνά σήμερα τα 83,6 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, δηλαδή λίγο περισσότερο από το ανώτατο όριο ζήτησης των 82,5 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα που καταγράφηκε τον Φεβρουάριο του 2004.
Ακόμη περισσότερο, η δομή αυτής της δυναμικότητας δεν προσαρμόζεται πια στην εξέλιξη των αναγκών σε προϊόντα διύλισης. Αυτή είναι κυρίως η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες δεν καταναλώνουν λιγότερο από 9,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα, και όπου, από τις αρχές Μαΐου, άρχισε να εκδηλώνεται έλλειψη βενζίνης, προκαλώντας ταυτόχρονα εκτίναξη των τιμών. Η αύξηση των τιμών των προϊόντων διύλισης παρέσυρε φυσιολογικά προς τα πάνω τις τιμές του αργού πετρελαίου.
*Τρίτος παράγοντας, η απόφαση που αναγγέλθηκε στις 10 Απριλίου από τον ΟΠΕΚ, να μειώσει το ανώτατο επίπεδο παραγωγής στα 23,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Οι έντονες διαμαρτυρίες που προκάλεσε στις βιομηχανικές χώρες, αύξησαν τις εντάσεις και επέτειναν την αύξηση των τιμών.
Αποθέματα και παραγωγή
Ωστόσο, οι χώρες του ΟΠΕΚ δεν μείωσαν την πραγματική παραγωγή τους και η παγκόσμια προσφορά παρέμεινε συνεπώς επαρκής για να καλύπτει τη ζήτηση. Ετσι, καταδεικνύεται η αναξιοπιστία των στατιστικών σχετικά με τα δεδομένα της πετρελαϊκής αγοράς. Οσο παράξενο και να φαίνεται, οι χώρες-μέλη του ΟΠΕΚ δεν δημοσιεύουν στοιχεία για την πραγματική παραγωγή τους, παρά έπειτα από πολλούς μήνες καθυστέρησης.
Αυτό συντηρεί τη σύγχυση ανάμεσα στις θεωρητικές ποσοστώσεις που διέπουν την παραγωγή τους και την πραγματική παραγωγή, η οποία, κατά κανόνα, υπερβαίνει τις ποσοστώσεις. Εταιρείες και παρατηρητές επιδίδονται τότε σε ένα περίεργο κρυφτούλι, μέσω της αρκετά δύσκολης πρακτικής που συνίσταται στο να εντοπίζονται οι κινήσεις των δεξαμενόπλοιων που εγκαταλείπουν τα λιμάνια φόρτωσης και στο να απευθύνονται σε δευτερεύουσες πηγές, ώστε να εκτιμήσουν, όσο μπορεί να γίνει αυτό, τον όγκο του πετρελαίου που παράγεται κάθε μέρα από τις εξαγωγούς χώρες.
-Η έλλειψη διαφάνειας δεν αφορά μόνο τα πραγματικά δεδομένα της παραγωγής. Περιπλέκει εξίσου το πρόβλημα της παραγωγικής και της πλεονάζουσας δυναμικότητας στις διάφορες χώρες εξαγωγούς. Πρόκειται για ένα ζήτημα που καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμο όταν η πλεονάζουσα δυναμικότητα είναι περιορισμένη, όπως συμβαίνει τώρα.
Σύμφωνα με τις πιο έγκυρες εκτιμήσεις, οι πλεονάζουσες δυναμικότητες στην παραγωγή είναι ύψους 2,5 έως 3 εκατ. βαρελιών την ημέρα στον κόσμο.
Το μεγαλύτερο μέρος τους καταγράφεται στη Σαουδική Αραβία, ενώ αντίθετα οι χώρες που δεν είναι μέλη του ΟΠΕΚ, όπως και οι περισσότερες χώρες-μέλη, παράγουν με ρυθμό που εξαντλεί τα όρια της παραγωγικής δυναμικότητάς τους.
Θα αρκούσε, λοιπόν, μια μεγάλη αναταραχή στις σαουδαραβικές ή ιρακινές εξαγωγές, μια απεργία ή ένα σοβαρό δυστύχημα στη μία ή την άλλη από τις κυριότερες εξαγωγούς χώρες για να προκαλέσει ένα έλλειμμα προσφοράς και μια νέα άνοδο του πυρετού στην αγορά.
Αυτός ο κίνδυνος συνέβαλε, επίσης, στην τελευταία αύξηση των τιμών, ενώ η αναμενόμενη αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης στο δεύτερο μισό αυτής της χρονιάς θα βάλει σε μία ακόμη δοκιμασία τις περιορισμένες πλεονάζουσες παραγωγικές δυναμικότητες.
-Μια άλλη μεγάλη μαύρη τρύπα στις πετρελαϊκές στατιστικές είναι οι υποψίες που αφορούν τα στοιχεία που δημοσιεύονται για τα διαπιστωμένα αποθέματα και για την εγκυρότητα των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προβλέψεων που αναφέρονται στην παγκόσμια προσφορά και ζήτηση.
Οταν μια διεθνής εταιρεία, εισηγμένη στο χρηματιστήριο, όπως η Shell, προχωρά, μέσα σε διάστημα μερικών μηνών, σε αναθεωρήσεις προς τα κάτω περίπου κατά το ένα τέταρτο των αποθεμάτων της, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα στοιχεία που δημοσιεύονται από άλλες μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες προκαλούν ερωτήματα.
Πιο σοβαρές είναι οι αμφιβολίες που προκαλούν εδώ και χρόνια οι επίσημες στατιστικές για τα διαπιστωμένα αποθέματα της Ρωσίας και των κυριότερων χωρών-μελών του ΟΠΕΚ. Γιατί τα αποθέματα που θεωρούνται διαπιστωμένα δεν έχουν επαληθευτεί από ανεξάρτητους οργανισμούς.
Πρόκειται για πρόβλημα μεγέθους: τα αποθέματα των οκτώ μεγάλων εθνικών εταιρειών των χωρών του ΟΠΕΚ είναι, θεωρητικά, 662 δισεκατομμύρια βαρέλια, έναντι μόνο 57 δισεκατομμυρίων βαρελιών που κατέχουν οι οκτώ πιο μεγάλες διεθνείς εταιρείες.
Η πρόσφατη διαμάχη που προκλήθηκε από την έκθεση Σίμονς(2) για τα σαουδαραβικά κοιτάσματα και τις πραγματικές δυνατότητες αύξησης των αποθεμάτων της Saudi Aramco, που αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου συνόλου, μεγέθυνε ακόμη περισσότερο τις ανησυχίες.
Απέναντι σε μια παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου που πρόκειται να περάσει από τα 80,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα το 2004, σε περίπου 120 εκατ. βαρέλια την ημέρα στον ορίζοντα του 2025, δηλαδή πάνω από το διπλάσιο σε σχέση με το επίπεδο που υπήρχε πριν από τριάντα χρόνια, θα μπορέσει, άραγε, η προσφορά να συνεχίσει να παρακολουθεί αυτούς τους ρυθμούς;
Το μεγαλύτερο τμήμα της προσφοράς δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά από τη Μέση Ανατολή, της οποίας η παραγωγή πρέπει, λοιπόν, να υπερδιπλασιαστεί στο διάστημα αυτό, προκειμένου να αποφευχθεί η έλλειψη.
Μεσοπρόθεσμα, τα εμπόδια είναι ουσιαστικά πολιτικού χαρακτήρα, δηλαδή η ανάγκη ενός ευνοϊκού κλίματος για κολοσσιαίες επενδύσεις, που εκτιμούνται σε περίπου 27 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο σε αυτή την περιοχή. Αλλά απέχουμε ακόμη πολύ μακριά από αυτό.
Ακόμη πιο μακροπρόθεσμα, ο μεγάλος άγνωστος, στη Μέση Ανατολή και αλλού στον κόσμο, αφορά την ημερομηνία που θα σημαδέψει, στη μια χώρα μετά την άλλη, το υψηλότερο σημείο στην καμπύλη της παραγωγής και την έναρξη της αμετάκλητης παρακμής.
Οι συζητήσεις τις οποίες προκάλεσε η διεθνής διάσκεψη που οργανώθηκε το Μάιο στο Βερολίνο από την Association for the Study of Peak Oil (ASPO), δεν προκαλούν μεγάλη αισιοδοξία.
Οποιες και αν είναι οι απόψεις των δύο σχολών, της λεγόμενης «αισιόδοξης» και της λεγόμενης «απαισιόδοξης», οι ανακαλύψεις είναι σπάνιες και όλο και λιγότερο σημαντικές: ένα μόνο γιγαντιαίο κοίτασμα (το Κασαγκάν, στο Καζακστάν) ανακαλύφθηκε στη διάρκεια των τριάντα τελευταίων χρόνων.
Οι νέες ανακαλύψεις δεν αντισταθμίζουν το πετρέλαιο που εξορύσσεται κάθε χρόνο. Οπως το είπε πολύ ωραία ένας γεωλόγος, η πετρελαϊκή εξόρυξη έχει γίνει σαν μια παρτίδα κυνηγιού, στην οποία οι τεχνολογικές πρόοδοι έχουν επιτρέψει στον κυνηγό να βελτιώσει την απόδοση του τουφεκιού του, αλλά το θήραμα γίνεται όλο και περισσότερο πιο μικρό και σπάνιο. Προειδοποιητικά σήματα ενός μεγάλου «σοκ»;
Μιαν άλλη πραγματικότητα που πρέπει να υπογραμμιστεί: από το 2001 έως το 2025, η μεγάλη αύξηση των παγκοσμίων αναγκών και η μείωση των αποθεμάτων και της παραγωγής στις βιομηχανικές χώρες θα ανεβάσουν την εξάρτηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τον εισαγόμενο «μαύρο χρυσό» από το 55,7% στο 71%, την εξάρτηση της Δυτικής Ευρώπης από το 50,1% στο 68,6% και της Κίνας από το 31,5% στο 73,2%, χωρίς να ξεχνάμε τις άλλες καταναλώτριες χώρες.
Αυτή η αυξανόμενη εξάρτηση, σε έναν τόσο ζωτικό τομέα όπως είναι η ενέργεια, εξηγεί τον «πόλεμο για το πετρέλαιο», που διεξάγουν οι μεγάλες δυνάμεις και οι πετρελαϊκές εταιρείες τους για να ελέγξουν τα αποθέματα της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής(3) ή της Κεντρικής Ασίας, χωρίς να ξεχνάμε τον τελευταίο πόλεμο του Ιράκ(4). Αρα, δεν είναι αδικαιολόγητο το γεγονός ότι η ερμηνεία της τελευταίας ανόδου των τιμών προκάλεσε συζητήσεις: δεν είναι, άραγε, το προειδοποιητικό σήμα ενός μεγάλου «σοκ», που θα μπορούσε να προκληθεί, αργά ή γρήγορα, από την αναντιστοιχία ανάμεσα στις ανάγκες που αυξάνονται με ένα σταθερό ρυθμό και την παραγωγική δυναμικότητα που μειώνεται;
Σήμα κινδύνου
Η αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας για τα επόμενα λίγα χρόνια εξαρτάται τόσο από την πολιτική σταθερότητα, κυρίως στη Μέση Ανατολή, όσο και από τον όγκο των αποθεμάτων που είναι ακόμη διαθέσιμα.
Μακροπρόθεσμα, η εξάντληση -αργή αλλά μοιραία- των αποθεμάτων καθιστά ολοένα και περισσότερο αναπόφευκτη τη σταδιακή μετάβαση προς πηγές ενέργειας διαφορετικές από το πετρέλαιο.
Εκτός από την πολιτική σταθερότητα, αυτή η μετάβαση απαιτεί τιμές ενέργειας αρκετά ελκυστικές για να καταστούν δυνατές παγκόσμιες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα, οι οποίες υπολογίζονται από τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας σε 16,48 τρισεκατομμύρια (σε δολάρια του 2000) για την περίοδο 2001-2030, τόσο στην πετρελαϊκή βιομηχανία και τη βιομηχανία φυσικού αερίου όσο και για την ανάπτυξη άλλων ενεργειακών πηγών.
Με αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι οι φόβοι που προκλήθηκαν από την τελευταία άνοδο των τιμών του πετρελαίου είναι σωτήριοι, στο βαθμό που ταράσσουν τη σχεδόν γενική αναισθησία, η οποία τροφοδοτείται από μια προσφορά που ήταν μέχρι τώρα περισσότερο από επαρκής και από τιμές πετρελαίου που δεν ξεπερνούν σήμερα, σε σταθερό δολάριο, το ανώτατο επίπεδο που είχαν πριν από ένα τέταρτο του αιώνα.
(1). Ο ΟΠΕΚ περιλαμβάνει 11 χώρες: Σαουδική Αραβία, Ιράκ, Ιράν, Κουβέιτ, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αλγερία, Λιβύη, Νιγηρία, Βενεζουέλα και Ινδονησία.
(2). Ο Μάθιου Σίμονς, που προεδρεύει στην Τράπεζα Επενδύσεων Simmons & Co, είναι σύμβουλος του αμερικανού αντιπροέδρου Ρίτσαρντ Τσένι και εμπνευστής της νέας ενεργειακής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών.
(3). Βλέπε Jean-Christophe Servant, «Offensive sur l'or noir africain», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2003.
(4). Βλέπε Yahya Sadowski, «Αλήθειες και ψέματα για το πετρέλαιο», «Le Monde diplomatique» - «Κ.Ε.», 18 Μαΐου 2003.
* Διευθυντής του Αραβικού Κέντρου Πετρελαϊκών Σπουδών και του δελτίου «Le Petrole et le gaz arabes».