Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.
Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.
ΑΟΥΣΒΙΤΣ
ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΘΗΡΙΩΔΙΑΣ
Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ
Αουσβιτς, Μπίρκεναου, Λάγκερ, Μπλοκ 27, Κομάντο Αουσεν, Κάναντα Κομάντο, Μπρεζίνκα. Μία διαδρομή φρίκης στο χειρότερο μνημείο της ανθρωπότητας: τη βιομηχανία εξόντωσης.
Η Μπέρρυ Ναχμία χρειάστηκε 38 χρόνια για να κατορθώσει να καταγράψει τη μαρτυρία της και περισσότερα για «να διορθώσω τον εαυτό μου, όχι επειδή ήμουν κακιά αλλά επειδή ήμουν πονεμένη». Είναι πρόεδρος της Ενωσης Ομήρων των Ελλήνων Εβραίων που επέζησαν του Ολοκαυτώματος: «Πριν από είκοσι χρόνια ήμασταν 400-500 άτομα, τώρα πεθαίνουν κάθε μέρα, έχουμε μείνει 60-70 άτομα».
Αρχικά επιφυλακτική, «όμως ορκίστηκα ότι όσο έχω μιλιά θα τα λέω για να τα μαθαίνουν οι νεότεροι», συμπληρώνει πριν μας οδηγήσει στο προσωπικό της οδοιπορικό στην ανθρώπινη παράνοια. Είναι από την Καστοριά: «Εμάς μας πήραν ένα χρόνο μετά τους Θεσσαλονικείς γιατί ήμασταν υπό ιταλική κατοχή». Ηταν μόλις 18 χρόνων.
 Η Μπέρρυ Ναχμία, πρόεδρος της Ενωσης Ομήρων των Ελλήνων Εβραίων που επέζησαν του Ολοκαυτώματος |
*24/3/44: «Από τα ξημερώματα μαζεύονταν γερμανικά καμιόνια. Πήγαν πρώτα στην αγορά, πήραν τους άντρες και τους πήγαν στο παλιό μου σχολείο, το Γυμνάσιο Θηλέων. Μετά μας είπανε ότι οι άνδρες είναι στο γκέτο, μαζέψτε ό,τι μπορείτε και ελάτε να τους βρείτε. Η γιαγιά μου ήταν 80 χρόνων. Η μητριά μου είχε τέσσερα μικρά. Εγώ ήθελα να φύγω, να βρω τρόπο να κρυφτώ, αλλά πού; Αδύνατον να σκεφτώ τον εαυτό μου: ο μπαμπάς μου, ο αδελφός μου, ο παππούς μου ήταν εκεί. Μόνο λίγα νέα παιδιά κατάφεραν να ξεφύγουν την τελευταία στιγμή και να πάνε στο βουνό, στους αντάρτες». Με λεωφορεία οδηγούνται στη Θεσσαλονίκη, στο γκέτο της περιοχής «Χαρμανκιόι», περίπου 1.000 Εβραίοι, όλοι όσοι ζούσαν στην Καστοριά.
Για ζώα
*1/4/44: «Επειτα μας βάλανε στα τρένα, όχι σε τίποτα επιβατικά αλλά σε κάτι βαγόνια για ζώα με ένα μόνο μικρό παραθυράκι για οξυγόνο και μας αμπαρώσανε. Μεγάλη ταλαιπωρία. Ούτε θυμάμαι πόσες μέρες ταξιδεύαμε έτσι».
*Αουσβιτς: «Μόλις φτάσαμε στο σταθμό έγινε η διαλογή. Εκεί έχασα τους δικούς μου. Τα παιδιά, τους γέρους, τους ασθενείς τούς πήρανε με ανοιχτά καμιόνια. Μπαίνανε σε ένα χώρο τους ξεγυμνώνανε, μπαίνανε στο μπάνιο όπως τους έλεγαν, που είχε μόνο ένα μικρό παραθυράκι. Από εκεί έριχναν τη σκόνη και μέσα σε ένα τέταρτο το πολύ γίνονταν όλοι "ξύλα". Επειτα άνοιγαν, τους παίρνανε και τους πηγαίνανε πάνω στα κρεματόρια και τούς καίγανε. Τους εύρωστους και πιο νέους τους έπαιρναν για δουλειά, μεταξύ αυτών και μένα. Θυμάμαι και τον Μέγκελε πάντα χαμογελαστός, γλυκός και ευγενής να διαλέγει τα δίδυμα, τα φίλαγε, τα χάιδευε και έλεγε στους γονείς τους "θα σας τα στείλω ακριβώς εκεί που θα συναντηθείτε, πηγαίνετε, μην κουράζεστε".
»Μας έβαλαν να βγάλουμε τα ρούχα μας, μας έδωσαν κάτι κουρέλια, εμένα μάλιστα μου έδωσαν ένα παπούτσι ανδρικό και ένα γυναικείο. Μας έδωσαν και από ένα ψωμάκι για πέντε άτομα, έτσι για να μας βάλουν να τσακωθούμε μεταξύ μας». Κούρεμα, χάραγμα του αριθμού.
*Στρατόπεδο εργασίας- Αουσεν Κομάντο: «Στο Λάγκερ, το στρατόπεδο, ήταν ένας χώρος που ζούσαμε σε άθλιες συνθήκες. Πηγαίναμε περπατώντας από το Αουσβιτς σε ένα μέρος στο Μπίρκεναου για να δουλέψουμε. Αχ, κάθε φορά που τα θυμάμαι γίνομαι έξω φρενών, θέλω να τα ξεχάσω, αλλά είναι κομμάτι της ζωής μου. Στο στρατόπεδο εργασίας είχαν και μια ορχήστρα από κρατούμενους να μας παίζει εμβατήρια, δίνοντας το ρυθμό στο βήμα μας. "Εν δυο, εν δυο". Μας δίνανε να κουβαλήσουμε κάτι μεγάλες πέτρες, να τις πάμε χιλιόμετρα μακριά. Νομίζαμε ότι κάτι θα έχτιζαν, αλλά όχι, μετά τις γυρίζαμε πίσω πάλι. Δεν θυμάμαι πόσο καιρό γινόταν αυτό».
*Κάναντα Κομάντο: «Μετά με έβαλαν να δουλέψω σε ένα από τα έξι κρεματόρια, μαζεύαμε τα ρούχα των πεθαμένων, 40 πακέτα την ημέρα και τα στέλναμε αυθημερόν στη Γερμανία».
*Στις 18 Ιανουαρίου 1945 εκκενώνεται το Αουσβιτς, μένουν πίσω όσοι δεν αντέχουν να φύγουν. Εννέα μέρες αργότερα το απελευθερώνουν τα ρωσικά στρατεύματα.
«Κάποια μέρα εκεί που δουλεύαμε μας είπαν ότι έχουν έρθει οι Ρώσοι απέναντί μας. Εκαναν το παν για να κατεδαφίσουμε τα κρεματόρια, να μην αφήσουν πειστήρια των εγκλημάτων τους. Αφησαν ένα μόνο για τους πεθαμένους. Μας αρπάξανε ενώ νομίζαμε ότι θα ελευθερωνόμαστε και από ένα μονοπάτι καταλήξαμε να πηγαίνουμε με τα πόδια από το Αουσβιτς στη Γερμανία. Είδαμε έτσι όλων των ειδών τους αιχμαλώτους και πολλοί ζητούσαν λύτρωση, δηλαδή να τους σκοτώσουν, επειδή δεν αντέχανε άλλο το περπάτημα. Ηταν μεγάλη ταλαιπωρία, ατελείωτη πορεία μες στα χιόνια και τα δάση, η "κούρσα του θανάτου". Οσοι δεν άντεχαν και σταματούσαν σκοτώνονταν».
*«Στη Γερμανία μάς βάλανε σε ένα διαφορετικό στρατόπεδο- το Ράβενσμπρουκ. Εκεί δεν θέλανε να δείξουν ότι κακοποιούν ανθρώπους. Δεν θυμάμαι πόσο μείναμε. Ο κλοιός των συμμάχων έσφιγγε γύρω τους και μας άφησαν να φύγουμε - αιχμαλώτους αλλά και Γερμανούς πολίτες που ήθελαν να ξεφύγουν. Υστερα μας βρήκανε οι Ρώσοι στα δάση, μάθανε ότι ήμασταν από το Αουσβιτς, και μας έστειλαν τροφή και γιατρούς. Επαθα τύφο, νοσηλεύτηκα σε αφασία, δεν θυμάμαι πόσο καιρό. Οταν συνήλθα, χάρη στους καλούς Ρώσους γιατρούς, πάλι ταλαιπωρία μέχρι να φτάσουμε στο κατεστραμμένο Βερολίνο, όπου βρήκαμε Ελληνες εργάτες εκεί οι οποίοι μας υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες σαν αδέλφια και με βάσανα έφτασα εν τέλει στην Ελλάδα». Ηταν πέντε Μαΐου όταν τους βρήκαν Ρώσοι στρατιώτες, στην περιοχή Μαλχόβ.
Από τους άλλους κρατούμενους στο κολαστήριο θυμάται τους Τσιγγάνους: «Ζούσαν όλοι μαζί, άντρες γυναίκες και παιδιά και καμιά φορά τους ακούγαμε να παίζουν βιολιά και όργανα και να τραγουδάνε, είχαν το κουράγιο σε αυτήν την κατάσταση. Μια μέρα, μας πήραν και μας πήγαν εκεί που ζούσαν να καθαρίσουμε. Ηδη τους είχαν πάρει...».
Κάποια στιγμή ξεσπάει: «Δεν ξέρω πια αν πιστεύω στο Θεό, μετά από όσα τράβηξα, τόση αδικία. Πιστεύω στους καλούς ανθρώπους. Ούτε αποζημιώσεις μας δώσανε. Τίποτε μετά από τόσα χρόνια και όλα αυτά που περάσαμε... Μετά τον πόλεμο ήρθε ο Μέρτεν εδώ, ένας ναζί διοικητής, για να δει τι γίνεται η περιουσία που μας είχε κλέψει. Τον είχαμε καταδικάσει στην Ελλάδα και έτσι τον συλλάβανε. Το αποτέλεσμα είναι ότι στο τέλος είπε ο Καραμανλής να φύγει το γρηγορότερο και πήγε στην πατρίδα του σώος και αβλαβής». (σ.σ. Ο Μέρτεν επέστρεψε το 1959 στην Ελλάδα ως υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Δικαιοσύνης της Γερμανίας και συλλαμβάνεται.
Ελεύθερος!
Με νομοθετικό διάταγμα την ίδια χρονιά ο Καραμανλής δικαιοδοτεί τη Γερμανία να εκκαθαρίσει το θέμα των εγκληματιών πολέμου εκτός όσων είχαν ήδη δικαστεί, ενώ τον επόμενο χρόνο εκδίδει νέο νομοθετικό διάταγμα για να αφεθεί ελεύθερος και να πάει στη Γερμανία. Σε υπόμνημά του ο Μέρτεν στο Γερμανικό Δικαστήριο ανέφερε ως συνεργάτες του ανάμεσα σε άλλα στελέχη τής τότε κυβέρνησης και τον τότε πρωθυπουργό Καραμανλή. Από το βιβλίο του Γ. Κάτρη «Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα», εκδ. Παπαζήση, σελ. 103 και επόμενες).
Την ενοχλούν οι διακρίσεις και ιδιαίτερα εναντίον των ομόθρησκών της: «Δεν είμαστε χθεσινοί στην Ελλάδα. Ζούμε πολλά πολλά χρόνια. Είμαστε πούροι Ελληνες. Ο παππούς μου πολέμησε για την απελευθέρωση της Καστοριάς από τους Τούρκους. Ο πατέρας μου πολέμησε επίσης για την πατρίδα. Αλλωστε ο πρώτος νεκρός συνταγματάρχης του '40 ήταν ο Εβραίος Μαρδοχαίος Φριζής».
Σε μερικά σημεία της συζήτησης η φόρτισή της δεν της επιτρέπει να ολοκληρώσει. Μας παραπέμπει στη γραπτή της μαρτυρία και το προσωπικό της αρχείο, το οποίο μας δάνεισε για τούτη 'δώ τη συνέντευξη απ' όπου πηγάζει η καταγραφή ημερομηνιών και τοπωνυμίων. Οι χιλιάδες νεκροί που δεν το χωράει ανθρώπου νους, οι καθημερινοί εξευτελισμοί και κακοποιήσεις, η διαδρομή από τη λογική στην τρέλα με τα όσα βιώνεις σε αυτές τις συνθήκες, το φάρμακο για να μην έχουν περίοδο οι γυναίκες, τα συνεχώς δοκιμαζόμενα αισθήματα και η αγωνία για την τύχη συγγενών και φίλων, αλλά και η αλληλεγγύη εκείνες τις ύστατες στιγμές ένδειας από κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι όσα απέφυγε να μας περιγράψει.
Σύμφωνα με τα αρχεία του μουσείου Αουσβιτς 1.500 κρατούμενοι έφτασαν στο στρατόπεδο του Αουσβιτς στις 11/4/1944 από την Αθήνα και την Καστοριά. Ελαβαν αριθμούς από το 76856 μέχρι το 77183. Από αυτούς 320 άνδρες και 113 γυναίκες οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο εργασίας. Οι υπόλοιποι 1.067 σκοτώθηκαν στους θαλάμους αερίων.
Λίγο πριν φύγουμε σηκώνει το μανίκι της. Μας δείχνει το ξεθωριασμένο αλλά για πάντα εκεί τατουάζ με τον αριθμό της. 76859.
Μπροστά στην έκδηλη αμηχανία μας χαμογελάει: «Εγώ δεν έκανα κάτι για να ντρέπομαι», μας λέει...
«Κάθε μέρα περιμέναμε το θάνατο»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Του ΣΑΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ
Στο Αουσβιτς, η αναμονή του θανάτου και η ελπίδα της ζωής βάδιζαν χέρι χέρι, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Δύο χρόνια της ζωής της πέρασε στο κολαστήριο η Κολόμπα Τζιβρέ.
 Κολόμπα Τζιβρέ, 12 χρόνων την πήραν στο Αουσβιτς: «Ηταν τύχη που γλιτώσαμε από τα πειράματα» |
Ηταν το νούμερο Δ 44949. Μαζί με τις δύο μεγαλύτερες αδερφές της, έβλεπαν επί ένα χρόνο τον καπνό να βγαίνει ασταμάτητα από τις ψηλές καμινάδες, χωρίς να ξέρουν τι γίνεται εκεί. «Αλλά ήταν εκείνη η απαίσια μυρωδιά...». Κάθε τόσο, οι Γερμανοί έπαιρναν τις γυναίκες. «Νομίζαμε ότι τις πήγαιναν σε κάποιο άλλο εργοστάσιο για δουλειά, γιατί δεν γύριζαν πίσω». Ηταν ένα μικροκαμωμένο κορίτσι, 12 χρόνων.
Εξήντα χρόνια μετά, η Κ.Τζιβρέ μιλάει στον δημοσιογράφο που κάθεται απέναντί της. Τον κοιτάζει. Τα μάτια της, όμως, βλέπουν άλλες εικόνες.
Ζούσαν στο Διδυμότειχο. Από κει τους άρπαξαν οι Γερμανοί το '43. Οι τρεις αδερφές, οι γονείς και τα δίδυμα. Ενα αγόρι κι ένα κορίτσι, 2,5 χρόνων. Τους στοιβάξανε στα βαγόνια και το τρένο ξεκίνησε. «Μεγάλο ταξίδι. Εμείς, ώς τότε, μόνο μέχρι την Αλεξανδρούπολη είχαμε πάει». Στο Αουσβιτς, η μητέρα της την έσπρωξε να πάει με τις αδερφές της, με τις γυναίκες. Εκείνη κράτησε τα δίδυμα. «Δεν τους ξαναείδαμε ποτέ. Εγκυες και μητέρες με μικρά παιδιά δεν έμπαιναν στο Αουσβιτς. Τους πήγαιναν κατ' ευθείαν στα κρεματόρια».
Τις πήγαν στο μπλοκ 8. Εκεί, μια Πολωνέζα τις πήρε υπό την προστασία της. Τις έκρυβε κάθε φορά που έρχονταν οι Γερμανοί για το «σελεκσιόν» (σ.σ.: την επιλογή αυτών που θα οδηγούνταν στα κρεματόρια). «Κρυβόμασταν μέσα στα χαντάκια της αποχέτευσης και όπου αλλού βρίσκαμε». Αλλά δεν προλάβαιναν πάντα και πολλές φορές τα τρία κορίτσια έμπαιναν στη σειρά. «Δεν μπαίναμε ποτέ η μία πίσω από την άλλη. Επαιρναν μία στις τέσσερις ή μία στις τρεις. Κάθε μέρα περιμέναμε τον θάνατο. Ηταν θαύμα πως σωθήκαμε», λέει και χτυπάει δυο-τρεις φορές με το χέρι της το ξύλινο τραπέζι του σαλονιού. Το ήδη μικροκαμωμένο κορίτσι φαινόταν ακόμη πιο μικρό από τις κακουχίες και κινδύνευε να οδηγηθεί στα κρεματόρια, επειδή θα θεωρούνταν «μη παραγωγική». «Σε κάθε "σελεκσιόν", οι αδερφές μου μού τσιμπούσαν τα μάγουλα, για να κοκκινίσουν». Αλλά και ένα κρυολόγημα ήταν αιτία εκτέλεσης. «Ενα σπυράκι να είχες, μια πληγή, σ' έπαιρναν. Γι' αυτό άλλες φορές μας βάζανε στην ουρά ντυμένες κι άλλες φορές γυμνές. Αλλες φορές μάς άφηναν γυμνές 24 ώρες μέσα στα μπλοκ, επειδή είχε ψείρα εκεί. Μέσα στο κρύο. Με -10».
Το μικρό της ανάστημα, όμως, τη βοήθησε αρκετές φορές. Οπως όταν τις πήγαιναν για να κουβαλήσουν πέτρες.
«Ημουν η πιο αδύνατη, σαν σκελετός. Εβρισκα λοιπόν μια μεγάλη πέτρα και κρυβόμουν από πίσω. Οταν μας μάζευαν, έβγαινα και πήγαινα με τις άλλες». Οχι όμως συχνά. «Μας έβαζαν μέσα στους βάλτους μέχρι τη μύτη. Βγάζαμε χόρτα, που τα έκαναν σανίδια για τα μπλοκ». Και μετά, και πάλι στη σειρά για την επιλογή. «Κάθε μέρα περιμέναμε τον θάνατο. Δεν ήταν μόνο τα κρεματόρια. Εκαναν και πειράματα εκεί. Ηταν τύχη που γλιτώσαμε από τα πειράματα».
Ως παιδί, το αυτί της άρπαζε λέξεις. «Αρπαξα λίγα γερμανικά και λίγα πολωνικά». Αυτό τη βοήθησε. «Μ' έκαναν διερμηνέα, αγγελιοφόρο και μ' έστελναν για θελήματα. Μ' έβαζαν στην πύλη, που έρχονταν οι άλλες για να μεταφράζω τις διαταγές της αξιωματικού. Μια ψηλή, γεμάτη Γερμανίδα, που τη λέγαμε ο Χάρος». Τα λίγα γερμανικά που έμαθε εκεί την οδήγησαν στο στρατόπεδο Βάις Βάσε. «Ηταν εργοστάσιο της Τελεφούνκεν. Πήραν εμάς και άλλες από μακρινές χώρες. Δεν ήθελαν να έχουν εκεί από την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και κοντινές χώρες».
Το '45 οι σύμμαχοι πλησίαζαν. Τα κρεματόρια όμως δεν σταμάτησαν να δουλεύουν. «Στο τελευταίο "σελεκσιόν", πήραν 800 άτομα από κάθε μπλοκ. Αφησαν 4-5, γιατί τα κρεματόρια είχαν γεμίσει και δεν χωρούσαν άλλους». Η μία αδερφή άρπαξε το χαρτί από το χέρι του Γερμανού και το 'σκισε. Μετά έτρεξαν και κρύφτηκαν.
Τους απελευθέρωσαν οι Ρώσοι. Τα τρία κορίτσια επέστρεψαν στο Διδυμότειχο, αλλά εκεί βρήκαν τη φρίκη του Εμφύλιου. Τον πατέρα τους, τον απελευθέρωσαν οι Αμερικανοί. Κλονίστηκε όμως η υγεία του. «Σε όλη την Ευρώπη δίνουν σύνταξη στα θύματα του Ολοκαυτώματος. Εδώ όχι».
Η Κ. Τζιβρέ προσπάθησε, αλλά δεν μπορεί ακόμη να δώσει απάντηση στη φρίκη. Και μάλιστα, από έναν λαό τόσο καλλιεργημένο. «Γιατί τόση κακία; Τι φταίγανε τα μωρά, τα παιδιά»; Ξαναπήγε όμως στο Αουσβιτς, παρά το ότι δεν ήθελε, για χάρη του συζύγου της. Το ίδιο αισθάνεται και για τις ταινίες. «Και θέλω και δεν θέλω να τις δω. Αυτά που βλέπετε στο σινεμά και διαβάζετε στα βιβλία είναι πολύ λίγα μπροστά σ' αυτά που έζησε ένα παιδί στα 12 του χρόνια».
60 Χρόνια
ΚΡΑΚΟΒΙΑ
Πολιτικοί ηγέτες 44 χωρών, θρησκευτικοί αξιωματούχοι, βετεράνοι του πολέμου και άνθρωποι που υπέφεραν στα χέρια των ναζί τιμούν σήμερα στο Αουσβιτς-Μπίρκεναου την επέτειο των 60 χρόνων από την απελευθέρωση των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Ο πρόεδρος της Γερμανίας Χορστ Κέλερ, της Γαλλίας Ζακ Σιράκ και της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Ντικ Τσέινι και ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Τζακ Στρο θα είναι μεταξύ των πολιτικών αξιωματούχων που θα παραστούν στην κεντρική εκδήλωση, η οποία ξεκινά σήμερα το απόγευμα. Στους χιλιάδες ανθρώπους που αναμένεται να συγκεντρωθούν στις εγκαταστάσεις του Μπίρκεναου θα απευθυνθούν ο πρώην κρατούμενος και πρώην υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας Βλάντισλαβ Μπαρτοτσέφσκι, η Γαλλίδα πρώην κρατούμενη και πρώην υπουργός Σιμόν Βέιλ, ο Ρομάνι Ρόζε, πρόεδρος του συμβουλίου των Ρομ στη Γερμανία, εκπροσωπώντας τους Τσιγγάνους που χάθηκαν στα στρατόπεδα, και οι πρόεδροι της Πολωνίας, της Ρωσίας και του Ισραήλ.
Οι εκδηλώσεις μνήμης ξεκίνησαν από χθες με μια πολυθρησκευτική τελετή στο Χάρεμζε, 5 χιλιόμετρα από το στρατόπεδο, όπου οι ναζί απέθεταν τις στάχτες των εκτελεσθέντων. Η επέτειος αποτέλεσε όμως αφορμή και για διαμαρτυρίες. Εξι ραβίνοι από τις ΗΠΑ και τον Καναδά διαδήλωσαν χθες έξω από το Μπίρκεναου εναντίον της ύπαρξης μιας καθολικής εκκλησίας απέναντι από το στρατόπεδο, κάνοντας λόγο για «προσβολή της μνήμης των θυμάτων». Στην Κρακοβία, περίπου 100 αναρχικοί διαδήλωσαν κατά της παρουσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν, κατηγορώντας τον ως «υπεύθυνο της γενοκτονίας των Τσετσένων». Η σημερινή μέρα αποτέλεσε όμως κυρίως ευκαιρία για εκκλήσεις μνήμης και ανοχής. Ο γενικός διευθυντής της Unesco, Κοϊσίρο Ματσουούρα, τόνισε σε μήνυμά του προς τη διεθνή κοινότητα ότι «έχει καθήκον να θυμάται τις σκοτεινές σελίδες του 20ού αιώνα» και ότι «ο κόσμος δεν θα πρέπει να ξεχάσει ποτέ αυτό που δεν μπόρεσε να εμποδίσει».
(Ασ. Πρες-Γαλλικό-ΑΠΕ)
Ο Γιόσκα Φίσερ στην Ελλάδα
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Με υψηλές παρουσίες από την Ελλάδα και τη Γερμανία θα πραγματοποιηθεί απόψε στη Θεσσαλονίκη εκδήλωση της Ισραηλιτικής Κοινότητας στη μνήμη των 50.000 Εβραίων που εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας και της Ελλάδας, Γιόσκα Φίσερ και Πέτρος Μολυβιάτης, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου, ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης Νίκος Τσιαρτσιώνης, ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Βαληνάκης, οι πρέσβεις των ΗΠΑ, της Γερμανίας και του Ισραήλ θα παραστούν στις 9 απόψε στην εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής. Ομιλητές είναι ο Γ. Φίσερ, ο Ν. Τσιαρτσιώνης, ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδας Μωυσής Κωνσταντίνης και ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ντέιβιντ Σαλτιέλ.
Ο Ισραηλινός πρέσβης Ραμ Αβιράμ θα απονείμει τον τίτλο τιμής «Δίκαιος των Εθνών» σε Ελληνες που έσωσαν Εβραίους στην Κατοχή. Στις 12 το μεσημέρι θα τελεστεί επιμνημόσυνη δέηση και θα κατατεθούν στεφάνια στο Μνημείο του Ολοκαυτώματος, ενώ για το πρωί έχει προγραμματιστεί εκδήλωση στη Γερμανική Σχολή με ομιλητές τον πρέσβη της Γερμανίας Αλμπερτ Σπίγκελ, τον κοσμήτορα της Παιδαγωγικής Σχολής του ΑΠΘ Γιώργο Τσιάκαλο και την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Ρίκα Μπενβενίστε.
ΣΑΡΟΝ
Για «άλλοθι» το Ολοκαύτωμα
ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
Χρησιμοποιώντας εμμέσως το Ολοκαύτωμα για να δικαιολογήσει την πολιτική της κυβέρνησής του, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Αριέλ Σαρόν, δήλωσε χθες ότι καμία χώρα του κόσμου «δεν κούνησε ούτε ένα δάχτυλο» για να το εμποδίσει και έτσι οι Εβραίοι έμαθαν ότι μπορούν να βασίζονται μόνο στον εαυτό τους και στη δική τους ισχύ.
 Αριέλ Σαρόν |
Μιλώντας στο ισραηλινό Κοινοβούλιο, ο Σαρόν είπε ότι όταν οι ναζί άρχισαν να μεταφέρουν μεγάλο αριθμό Εβραίων από την Ουγγαρία στο Αουσβιτς, το 1944, οι Σύμμαχοι δεν βομβάρδισαν τις γραμμές του σιδηροδρόμου που οδηγούσαν στο στρατόπεδο του θανάτου. Ως αποτέλεσμα, μέσα σε μερικές εβδομάδες περισσότεροι από 600.000 Εβραίοι από την Ουγγαρία πέθαναν στο Αουσβιτς μέσα σε λίγες εβδομάδες, πρόσθεσε.
«Το θλιβερό και τρομερό συμπέρασμα είναι ότι κανείς δεν ενδιαφερόταν για το ότι σκοτώνονται Εβραίοι... Την εποχή της μεγαλύτερης δοκιμασίας, φίλοι και ευεργέτες δεν κούνησαν ούτε ένα δάχτυλο», είπε. «Αυτό είναι το μάθημα των Εβραίων από το Ολοκαύτωμα», πρόσθεσε.
«Το κράτος του Ισραήλ έμαθε το μάθημα αυτό και, από την ίδρυσή του, προστάτευσε τον εαυτό του και τους πολίτες του και παρέχει ασφάλεια στους απανταχού Εβραίους. Ξέρουμε ότι μπορούμε να βασιζόμαστε μόνο στον εαυτό μας» και γι' αυτόν το λόγο το Ισραήλ πρέπει να παραμένει πάντα ισχυρό, παρατήρησε.
«Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι αυτό είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο όπου εμείς, οι Εβραίοι, έχουμε το δικαίωμα και την ισχύ να αμυνθούμε με τη δική μας δύναμη. Αυτό δεν πρόκειται ποτέ να το παραδώσουμε», τόνισε.
(Ασ. Πρες, Γαλλ. Πρακτορείο, ΑΠΕ)
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 27/01/2005
|